Κριτικές για τα βιβλία του Μπάμπη Αναστόπουλου

Η παρούσα ιστοσελίδα περιέχει σύντομη αναφορά σε κάθε βιβλίο και διάφορες κριτικές γνωστών και αγνώστων – στον συγγραφέα – αναγνωστών

( Όχι απαραίτητα επαγγελματιών του είδους … )

 

Σχεδιάστηκε και μορφώθηκε, με ηλεκτρονικά μέσα

Τον Φλεβάρη του 2017, ανήμερα Τυρινή , στην Ηλιούπολη, από τον Συρραφέα

Γ. Ν. Αναστόπουλο

 

Μπάμπης Ν. Αναστόπουλος

 

 

 

συγγραφέας, 72 πριλίων σήμερα,

γεννήθηκε τόν πρίλιο το 1944 στό Βυζίκι Γορτυνίας καί βρίσκεται συνεχς κε, παρʼ λο πού γυναίκα του καί τά τρία του παιδιά

(γιά τήν κρίβεια δύο παιδιά κι να κορίτσι…)

ζονε μαζί του στό «λεκανοπέδιο τς φρικς».

Σημεο κκίνησης, στά δώδεκά του χρόνια,

τά νυχτερινά γυμνάσια το Πειραι καί τς θήνας,

ατία γιά ξαετ περίπου σχολική καθυστέρηση.

ργάστηκε ς «ποδιευθυντής» καφενείου ρχικά,

καί σέ διάφορες δουλειές δώθε κείθε, μέ δεκαπέντε περίπου διαδοχικούς ργοδότες.

 

σπου κατάντησε δικηγόρος θηνν. Παγκοσμίως γνωστος

Διέρχεται κρίση λόγ κρίσης καί τό ʼχει ρίξει στήν «σω λογοτεχνία».

Θεραπεύεται νειρευόμενος.

Φιλοδοξία του νά μήν συνέλθει, οτε νά νηλικιωθε ποτέ.

 

1

 

Οδεβεβού  

(Μυθιστόρημα;)

Συγγραφέας:   Μπάμπης Ν. Αναστόπουλος

«Διακόσια πενήντα το νοίκι συν εκατό φως, νερό και βόθρος,

συν ενενήντα τα δίδακτρα του νυχτερινού, συν τριακόσια το φροντιστήριο Παχλιντζανάκη της αδερφής μου, συν σούξου μούξου, να φάμε, να πιούμε,

να ντυθούμε ίσον μηδέν εις το πηλίκο, ίσον απελπισία και απόγνωση

για τον αδερφό και μάνα και πατέρα μου, που σήκωνε δεκάδες τόνους βιομηχανικά σίδερα την ημέρα με το βασικό μεροκάματο.
Σε αφεντικό του κατηχητικού με δημητσανίτικες ρίζες. Όψη οσίου καλογήρου.

Με γαλλικά και ευρωπαϊκή κουλτούρα. Με εργοστάσιο, με αδερφό υπουργό ναυτιλίας. Με γυναίκα βαρόνη, Γερμανίδα από την Τσεχία, αφράτη, κόκκινη και καταδεχτική, που μέχρι μπαρμπούνια μαρινάτα μάς έστειλε για ενίσχυση.

Μια θερία πιατέλα. Τα πετάξαμε γιατί σιχαινόμαστε το ξένο φαΐ,

αλλά και γιατί ποτέ μας δεν τα είχαμε ξαναφάει…

… Τα χέρια τους τρούπια μπίτι. Δίνανε αβέρτα σε φτωχολογιά, ορφανοτροφεία και ιδρύματα, μέχρι πού μείνανε στον άσο. Ο Βασιλάκης τους, που δεν μπόρηγε να καθαρίσει μοναχός του τα μαγερεμένα τα ψάρια να τα φάει, λοστρόμος στα βαπόρια αργότερα.
Παράλληλα, τους πήρανε χαμπάρι οι μπαταχτσήδες πελάτες τους

και τούς δώκανε τη χαριστική βολή και τους τινάξανε στον αέρα.
Πολύ αργότερα, φαντάρος πια, πήγα το προσκλητήριο γάμου του αδερφού μου και βρήκα τη βαρόνη σ΄ ένα ισόγειο της πλατείας Αττικής, Αλκιβιάδου, μου φαίνεται, να καθαρίζει τα τζάμια της σκαρφαλωμένη, γριά γυναίκα, στο περβάζι του παραθύρου.
«Λόγω ανυπερβλήτου κωλύματος αδυνατούμε να παρευρεθούμε στο γάμο σας. Ολοψύχως ευχόμεθα βίον ανθόσπαρτον». Τηλεγράφημα.
Πολύ καλά καταλαβαίνουμε κι εμείς από ανυπέρβλητα κωλύματα, αφεντικό…»


21χ14 εκ., 394 σελίδες, Δέσιμο: Μαλακό εξώφυλλο
Ταξινόμιση DDC: 889.3 (Νεοελληνική πεζογραφία – Μυθιστόρημα)
ISBN: 978-618-5058-02-9 ISBN (10ψήφιο): 618-5058-02-2 

Εκδότης: CaptainBook.gr, Έτος Κυκλοφορίας: 2013 Τόπος έκδοσης: Αθήνα 

     

2

Ιστορία, Πολιτική και Λαογραφία

Η δική μου Αρκαδία

(Αφήγημα)

Συγγραφέας: Μπάμπης Ν. Αναστόπουλος

 

 

To γλυκό βασανάκι της Αρκαδικής πατρίδας, που ύπουλα και ανεπαίσθητα υπονομεύει

την μετριοφροσύνη των Αρκάδων ως αρετή, απασχολεί τον συγγραφέα,

και αυτός με τη σειρά του μπαίνει στον πειρασμό «να βάλει στο παιχνίδι» τον αναγνώστη. Φιλοδοξία του, να τον υποχρεώσει να συμφωνήσει μαζί του,

πως η μετριοφροσύνη για τους Αρκάδες είναι μέτρια αρετή…

 

Η παράθεση των διαχρονικών βιβλιογραφικών επιχειρημάτων

τον απαλλάσσει από κάθε κατηγορία περί αυθαιρέτων συμπερασμάτων κλπ. 
Καταδύεται λοιπόν ο «κασκαντέρ» της νοσταλγίας και της αρκαδολαγνείας

στον πλούσιο μυθολογικό, προϊστορικό και ιστορικό βυθό του αρκαδικού παρελθόντος

και ανασύρει κοράλλια και μαργαριτάρια και το άπιαστο «γιούσουρι»

που θα στεριώσει επιχειρηματολογώντας το ανά χείρας γραπτό του.

 

Στοιχεία παρμένα από το βάθος των αιώνων, που μιλάνε για την αρκαδική πρωτοπορία

στη βασανιστική πορεία του ανθρώπου, από τα σπήλαια στους Παρθενώνες.

Για πολιτικό πολιτισμό ανώτερο, δημοκρατία, θεσμούς, κράτος δικαίου,

για κρατική πολιτική πολιτιστικής ανάπτυξης του πνεύματος

των ελεύθερων πολιτών της Αρκαδίας.

 Για θεσμούς και αρχές που διέπουν και που καθοδηγούν την εξωτερική πολιτική,

και τις ενδοελλαδικές σχέσεις.
Η ιδιότυπη -κάποτε και χιουμοριστική- γλώσσα, σχεδόν «προφορική» γραφή,

αιχμαλωτίζει τον αναγνώστη από σελίδα σε σελίδα.

Δεν μοιάζει με καμία αντίστοιχη μελέτη του είδους

και κάνει το διάβασμα απολαυστικό και όχι «εκπαιδευτική διαδικασία».

 

21χ14 εκ., 528 σελίδες, Δέσιμο: Μαλακό εξώφυλλο
Ταξινόμιση
DDC: 938.925 (Αρκαδία – Ιστορία)
ISBN: 978-618-5058-44-9 ISBN (10ψήφιο): 618-5058-44-8 

Εκδότης: CaptainBook.gr Έτος Κυκλοφορίας: 2016, Τόπος έκδοσης: Αθήνα 

 

***

ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟ

 

Περί ΟΔΕΒΕΒΟΥ

 

Αυτή είναι η μαγεία του συγγραφέα!

 

 

Το βιβλίο Οδεβεβού του Μπάμπη Αναστόπουλου είναι το αποτέλεσμα βαθιάς ενδοσκόπησης, θαρραλέας κατάθεσης ψυχής και εγχειρίδιο ήθους.

Ο συγγραφέας επιλέγει με την αφηγηματική τεχνική της αναδρομής, να φωτίσει ένα μέρος του παρελθόντος, εκφρασμένο ως αναμνήσεις, «στον χρόνο και στον τόπο», όπως ο ίδιος αναφέρει.

Κατά την εξέλιξη της πλοκής παρακολουθούμε την πολιτική ιστορία του τόπου με ταυτόχρονη καταγραφή στοιχείων του προφορικού πολιτισμού μας, όπως είναι οι γορτυνιακοί ιδιωματισμοί της γλώσσας, οι αναφορές στα μοιρολόγια και τα δημοτικά τραγούδια.

Παράλληλα με τη εναλλαγή των επαγγελμάτων που άσκησε ο ήρωας αντλούμε πληροφορίες για την τεχνογνωσία της εποχής.

Μέσα από τις σελίδες του βιβλίου αναδεικνύεται ένας άριστος κοινωνικός παρατηρητής που με τον προσωπικό του τόνο και το βάθος της δικής του ματιάς αγγίζει τα κοινωνικά προβλήματα του καιρού του και τα αναδεικνύει.

Στον τρόπο που χειρίζεται το ύφος και τη γλώσσα, ακόμα και με την χρήση της αργκό, στόχο δεν έχει να αντιπαραθέσει την ηθικολογία με την ηθική, την πραγματικότητα με το αίτημα της καθαρότητας, το ρομαντισμό με την κυνική απεικόνιση, αλλά διαφαίνεται το μέλημά του μόνο για την ψυχολογική απόδοση των εννοιών.

Στο κείμενο τα ηθογραφικά στοιχεία αναμιγνύονται, άλλοτε με κοινωνικά, άλλοτε με ψυχογραφικά, δημιουργώντας ένα θαυμαστό κράμα, όπου οι λυρικές, οι ποιητικές και οι φιλοσοφικές προεκτάσεις εναλλάσσονται με τους ρεαλιστικούς τόνους γραφής ειδικά με την χρήση της χαρακτηριστικής ντοπιολαλιάς της οποίας η δραστικότητα προσδίδει στο κείμενο τη ζωντάνια του συγκεκριμένου και του άμεσου.

Τελειώνοντας την ανάγνωση του βιβλίου, γεμάτη συναισθήματα και μνήμες, οι οποίες προέκυψαν από την ψηλάφηση επί «τον τύπο των ήλων», ξαναθυμήθηκα την ταλαιπωρία της γενιάς μας με τα κοινά βιώματα στην φτωχή γορτυνιακή γη, όπου η ζωή όλων ήταν ίδια με εκείνη της κότας στο μύλο. Το βιβλίο με άγγιξε. Έκλαψα, γέλασα με το έξυπνο καυστικό χιούμορ, ένοιωσα κόμπο στο στομάχι (σαν υπερπροστατευτική μάνα) με τα επικίνδυνα τεχνάσματα και τις αλχημείες που επινοούσε το μικρό παιδί προκειμένου να επιβιώσει.

Που να πρωτοσταθεί κανείς σε αυτή την ανθρωπογεωγραφία ψυχών και σε τι να αναφερθεί…

Όμως σκέπτομαι πως για να κατανοηθεί το νόημα που αποκτούν πρόσωπα και πράγματα στο έργο του συγγραφέα χρειάζεται ίσως από τους νεότερους ηλικιακά αναγνώστες, να τοποθετηθεί διαφορετικά το κάτοπτρο αντίκρυ τους, για να μπορέσουν να αφουγκραστούν την διαρκή παλινδρομική μετατόπιση, ένα είδος δηλαδή αντικατοπτρισμού στο ηθικό επίπεδο που λέει κάπου και ο Ελύτης.

Οι άνθρωποι του βιβλίου δεν είναι μονάχα φορείς ηθών και εθίμων εγκλωβισμένοι σε στερεότυπα και στον αγώνα για επιβίωση. Χρειάζεται να γίνει ένα νοητό ψήλωμα του μυαλού και της καρδιάς μας, για να κατανοήσουμε τον κόσμο τους και να φανούν οι σταθερές που τον συνέχουν.

Και αυτές οι σταθερές είναι μεταξύ άλλων ο σεβασμός των παιδιών προς τους γεννήτορες που αγγίζει την αγιοποίηση στο πρόσωπο της μάνας, η αλληλεγγύη και η ανιδιοτέλεια της προσφοράς, το νοιάξιμο και η αγάπη μεταξύ των μελλών της οικογένειας, η ευγνωμοσύνη για αυτόν που ευεργέτησε σε ανύποπτο χρόνο, η αίσθηση του χρέους και τέλος το φιλότιμο!

Αυτή είναι η μαγεία του συγγραφέα!

Για τον συγγραφέα η συγκεφαλαίωση της ζωής του, είναι το γενικό συμπέρασμα όσων σκεφτόταν «κατά τας προλαβούσας νύκτας»,(όπως λέει και ο αγαπημένος του Παπαδιαμάντης) είναι ο απολογισμός της ζωής του για τον οποίο ζητά την επιείκειά μας….

Αλλά για μένα μόνο την επιείκειά μας δεν χρειάζεται.

Αισθάνομαι περηφάνια για την κοινή γορτυνιακή καταγωγή μας και θεωρώ ότι το βιβλίο δεν πρέπει να λείπει από καμιά βιβλιοθήκη ειδικότερα των Αρκάδων.

Περιμένουμε από τον συγγραφέα να μας ταξιδέψει και με το επόμενο βιβλίο του.

Στο Οδεβεβού που μας θύμισε τι θα πει άνθρωπος τόσο με την ουσιαστική έννοια της λέξης όσο και την ετυμολογική με την σημασία του «άνω + θρώσκω», εύχομαι να βρει την κατάλληλη θέση στις καρδιές των αναγνωστών του.

Στον συγγραφέα του εύχομαι να παραμείνει ονειροπόλος και να μην ενηλικιωθεί ποτέ.

Μπράβο του για την δωρεά προς όλους εμάς των οφθαλμών και της ψυχής του και ακόμα μπράβο του γιατί κατάφερε μέσα από τόσες αντιξοότητες να μείνει «…απείραχτη και άγια η διανοητική και ηθική παράδεισος», που λέει ο Σολωμός.

 

Βάσω Σταματοπούλου, Φανατική της λογοτεχνίας

 

************

 

« Όπως αν εξ ελληνικών ωφελοίντο λόγων ».

 

Είτε σαν αφήγημα, είτε σαν μυθοπλασία, είτε σαν πεζοτράγουδο, σαν ηθογράφημα, όπως και να το ιδείς, το βιβλίο τούτο του Χαράλαμπου Αναστόπουλου, με την επικαιρότητα των νοημάτων, το πλέξιμο των λέξεων, τον πλούτο του φορτίου του, την δεινότητα του λόγου, την μαεστρία της γραφής, την αλληγορία των εικόνων, τη ζωντάνια των χαρακτήρων, την αλήθεια των στιγμιότυπων, είναι ένα εργοστάσιο παραγωγής διανοητικής και ψυχικής απόλαυσης.

Η λαϊκότροπη (μακριά από φτιασίδια) γραφή, γεμάτη από τον ατελείωτο πλούτο της προαιώνιας παράδοσης του τόπου μας, ανάγει το βιβλίο σε «αποστολικό ανάγνωσμα» κυρίως για τους νέους «όπως αν εξ ελληνικών ωφελοίντο λόγων».

 

Παναγιώτης Δ. Γεωργάς, Δικηγόρος Αθηνών

 

 

« Στάζαν οι λέξεις κάτι κόκκινο, αίμα χρώμα … »

 

Ματώθηκα κι εγώ ευτυχώς… Μια κρατημένη ανάσα κι ένα υποψήφιο δάκρυ, που όμως δεν κύλησε, για να μην ολοκληρωθεί αυτός ο κύκλος της συγκίνησης, να παραταθεί αυτό το αλάφιασμα της ψυχής.

Με πόνεσε η ζωή σου, οι λέξεις σου με βαλάντωσαν μου υπενθύμισαν, ότι τα όνειρα μπορεί νάναι και αιμόφυρτα… όμως ήταν λυτρωτικές κι ας πονούσαν οι λέξεις κι ανόθευτο το μεταίσθημά τους, μέρες μετά ξαναδιαβάζοντάς τες.

Οι περισσότεροι άνθρωποι φοβούνται να αναμετρηθούν με τον συναισθηματικό τους κόσμο, δεν έχουν μάθει ούτε καν να αναγνωρίζουν τα δικά τους συναισθήματα, φορούν διαρκώς μάσκες και «μια στεγνή ευγένεια αποστάσεων, στολισμένη με μελαγχολία..»

Κι εσύ εκεί… Με την «αρματωσιά του μυαλού και της ψυχής» και με το καταλυτικό ασίγαστο Αριστοφανικό σου χιούμορ, να εκθέτεις έτσι ακομπλεξάριστα και με σθένος τη ψυχή σου σε κοινή θέα !

Πέρα από τις ανθρώπινες συμβατικότητες, χωρίς φιοριτούρες και καθωσπρεπισμούς, βοηθώντας έτσι και τους άλλους, παρηγορητής στις υπαρξιακές τους αγωνίες.

Τα λόγια κι οι εμπειρίες σου, μαθήματα θάρρους και καθαρότητας ανθρώπου «φωτιά για να καεί το περιττό και το άχρηστο» που όλοι κουβαλάμε στις αποθήκες μας, νερό για να ξεπλύνουμε τις ψυχές μας…

Τι τρυφερή ψυχή, τι χρώματα, μοσχοβολιές και νοήματα. Τι γενναία ψυχή ! τι φορτία που διεκπεραίωσε …παλλόμενη με τόση αρμονία, ρυθμό και τέμπο.

Ένα μικρό παιδί, επάνω στο σαμάρι της Λάγιας της γαιδουρίτσας, φεγγαροντυμένο…

Διατρέχει εποχές ολόκληρες και με δυνατή ματιά, κοιτάζει, βλέπει αυτά που οι άλλοι καν δεν παρατηρούν, τα καταγράφει και επιτέλους μας τα διηγείται, άλλοτε σπαραχτικά, αλλά με μια πράγματι «δημιουργική διαχείριση της οδύνης του» κι άλλοτε πάλι, νάτο εκεί γελώντας παιγνιδιάρικα να κεντά … σαν τον παππού Αριστοφάνη.

Μια μεγάλη αγκαλιά ψυχής! Έτσι κι αλλιώς κι ασταμάτητα τα ονειροπολήματά του κι οι διαδρομές ταχύτατες από την καρδιά στο νου.

Πόσο μπορεί να αντέξει κανείς αυτά τα ταξίδια του μυαλού…«πόσες ξεραΐλες να αρδεύσει…»

Εγώ πάντως είδα με τα μάτια σου εικόνες απολεσθείσες … θαμπώθηκα απ’ ανθρώπους (ψυχές για παράδεισο…) με την αγιότητα του Μακρυγιάννη και την καρτερικότητα της Αντιγόνης, ψωμί και νερό για τον δρόμο που περπάτησες…

Πόνεσα για άλλους αλλά και μ’ άλλους θύμωσα (άρνηση και προδοσία) σε άλλους πάλι ζήλεψα τη δίψα τους για ζωή…

Επίσης γέλασα πολύ με πολλούς με τον «πυρπολητή Κανάρη» με την στενή φούστα, την αλογοουρά και τους ημιυπαίθριους… Ακόμα και με «τα Μανιαούρια, τα αγριανθρωπάκια απ’ τα Λουπινοχώρια…» και με σένα επίσης πολύ!

Για τον τρόπο που «εκτόνωνες» τη νιότη σου, για τους άστεγους έρωτές σου και τα αναπάντεχα παθήματά σου, ωραίε μου Έλληνα! Και καλέ μου φίλε! Αρχοντόπουλο κι εσύ με το χαρτί απορίας…

Έπιασε τόπο όμως εκείνη η αρχαία ιαχή, ανεκτίμητα τα οδοιπορικά σου!

Όδευε βου… Και να που την έβγαλες επιτέλους από μέσα σου την ευλογημένη σκουριά, που σε κατέτρωγε δεκαετίες και νάμαστε όλοι εμείς βόλτα στο χρόνο, για να θεραπευτούμε όλοι μαζί…

Την αγάπη μου!

 

Ελένη  Ν., Δικαστικός

***

 

Σελίδα τη σελίδα περνούν οι εποχές…

 

 Αγαπητέ δάσκαλε Λάμπη,

όπως σε φώναζε ο παππούλης σου (μας το μαρτύρησες στον «Οδεβεβού») μαζί με τις αργοπορημένες ευχές μου για τη γιορτή σου (τη γιορτή μας) σου στέλνω και δυο λόγια για το βιβλίο που μου κράτησε ζεστή συντροφιά.

Σε ξαναγνώρισα μέσα από τις σελίδες του.

Είναι κι αυτές, όπως κι η φωνή σου, χωρίς «μαλάματα κι ασήμια», που θα ‘λεγε κι ο διαλεχτός σου Σινόπουλος.

Θυμάμαι ακόμη την ανάγνωση στίχων από τη Γνωριμία με τον Μαρξ ή τον Νεκρόδειπνο.

Τους έφερνες στο φως μέσα από το ξύλινο συρτάρι, πλάι σε στοίβες φακέλων δικογραφίας, στ’ αργοβάδιστα απογεύματα του γραφείου.

Έτσι θα θυμάμαι, μετά από χρόνια, και τον Οδεβεβού – τον διαβασμένο στην Αγγλία, βράδια του φθινοπώρου και του χειμώνα.

Λόγια ξηρά για τις αναποδιές ταξιδιού πολύχρονου.

Λόγια μαλακά, παρήγορα, για τις αναποδιές που έβαλαν πλάτη στις ελπίδες.

Κι όλα μαζί πιασμένα στο δίχτυ του χρόνου που όσο ξετυλίγεται τόσο μας τυλίγει.

Από την Αρκαδία στον Πειραιά κι έπειτα στην Αθήνα την πολλαπλή – την Αθήνα του ’60, του ’70, του ’80 και πάει λέγοντας μέχρι να φτάσουμε στη δύσκολη Αθήνα του ’10, μηδενίζοντας το κοντέρ, θέλοντας και μη, κι αρχίζοντας ν’ ανεβαίνουμε πάλι, δεκάδα τη δεκάδα, κατάκοποι ήδη από το ξεκίνημα του δεκαεξάχρονου πια αιώνα μας.

Εμφύλιος, χρόνια μετεμφυλιακά, χούντα, παρατεταμένη μεταπολίτευση και προσγείωση στον άστατο καιρό μας, τον σημερινό.

Σελίδα τη σελίδα περνούν οι εποχές, μέσα από τα μάτια παιδιού που μεγαλώνει, για να γίνει πάλι παιδί, όταν πιάσει το χαρτί και το μολύβι.

Κι η καθαρότητα της ματιάς του φτιάχνει γραφή στρωτή, κουβεντιαστή, συντροφικό χτύπημα στον ώμο, τσούγκρισμα ποτηριών κι ευχή.

Να είστε καλά, συνονόματε δάσκαλε, να οδεύετε πλάι στο υπομονετικό βόδι και στη μέλισσα που ξυπνά με το κεντρί της τη συνείδηση και τη μνήμη.

 

 Χάρης  Ψαράς, Καθηγητής  Νομικών  σε Αγγλικό Πανεπιστήμιο

 

 

***  

 

Πρόκειται για ένα εξαιρετικό ανάγνωσμα   

Διαβάστε το, θα σας μαγέψει!

 

Τα παιδιά της κατοχής αλλά και του εμφυλίου είναι παιδιά που γνώρισαν την έννοια «αγωνίζομαι» από τα γεννοφάσκια τους. Γεννήθηκαν και πέρασαν τα πρώτα χρόνια της ζωής τους σε καιρούς σκοτεινούς όπου ακόμα και τα στοιχειώδη δεν ήταν καθόλου μα καθόλου εξασφαλισμένα. Συγγενείς τους σκοτώνονταν από εχθρικά ή φίλια πυρά, ενώ στα σχολειά υπήρχε συσσίτιο μέσω του οποίου προσπαθούσαν να τους προσφερθούν έστω και ελάχιστες από τις θερμίδες που χρειάζεται ένα παιδί σε ανάπτυξη. Ένα από αυτά τα παιδιά ήταν και ο Μπάμπης Αναστόπουλος που γεννήθηκε το 1944 στο Βυζίκι Γορτυνίας. Ο αφηγητής και συγγραφέας του αυτοβιογραφικού «Οδευεβού» που κυκλοφόρησε το 2013 από τις εκδόσεις Captain Book.

Πρόκειται για ένα εξαιρετικό ανάγνωσμα, γραμμένο μάλιστα σε πολυτονικό, ένα κομπολόι στιγμών της ζωής του, όπου ο αναγνώστης προχωρώντας χάντρα-χάντρα θα γνωρίσει έναν κόσμο, μια Ελλάδα, κάποιους Έλληνες που σήμερα δεν υπάρχουν πια. Αν και η χρονική απόσταση των όσων παρουσιάζονται μέσα στις 394 σελίδες του είναι σχετικά μικρή απ’ τις μέρες μας, οι διαφορές στον κοινωνικό ιστό αλλά και στην ίδια τη χώρα μας είναι τεράστιες. Η αρχή φυσικά βρίσκεται στο Βυζίκι του εμφυλίου πολέμου. Τότε που γειτόνισσα του συγγραφέως ήταν η Μιχάλαινα που αγαπούσε όλους τους ανθρώπους και ειδικά τα παιδιά. Τότε που το μοναδικό παρασιτοκτόνο ήταν το DTT που το ψέκαζαν με ένα εργαλείο που ονομάστηκε Φλιτ απ’ τον ήχο που έκανε, τότε που τα μεγάλα δέντρα τα έκοβαν με ένα χειροκίνητο πριόνι, την καρμανιόλα, τότε που ο θείος Γιώργης σκοτώθηκε στον εμφύλιο από σφαίρα Έλληνα. Εικόνες από χρόνια περασμένα και αφημένα στα ράφια της λήθης.

Αργότερα εικόνες με το σχολείο μας, με τους τρεις ή τέσσερις δασκάλους και τα εκατόν είκοσι παιδιά. Πάρα πολλά ορφανά. Είτε από μάνα είτε από πατέρα. Φυματίωση, ασιτία, αδενοπάθεια, εμπλοκή στον τοκετό, Αλβανικό, Εμφύλιος, εργατικό ατύχημα κλπ.

Ο τρόμος μου μη μείνω κι εγώ ορφανός. Όταν αρρώστησε η μάνα μου από τύφο και νοσηλεύτηκε στο νοσοκομείο Πύργου για μήνα και βάλε μου είχε κοπεί η ανάσα ώσπου να ξαναγυρίσει. Από τότε μέχρι που ενηλικιώθηκα, καθιέρωσα μια προσευχή-συμφωνία με το Θεό: «να πεθάνουν οι γονείς μου μετά τα τριανταδύο μου χρόνια». Αν και γεράκος με άσπρα γένια, με θυμήθηκε ο Θεός. Ο πατέρας μου ακριβώς στα τριανταδύο και η μάνα μου όταν ήμουν πια σαρανταοκτώ. Pacta sunt servanda.

Θύμησες από τις πρώτες γνωριμίες με το σώμα το δικό τους αλλά και του άλλου φύλου, ιστορίες από τον Τρούμαν, το ατίθασο μουλάρι που το έκανε ζάφτι μόνο η θεία η Φωτεινή. Αλλά και μικρές ή μεγαλύτερες παιδικές σκανταλιές σε ένα χωριό τα χρόνια του εμφυλίου. Κατόπιν ο Πειραιάς το Σεπτέμβρη του ’56 με σκοπό κατά κύριο λόγο τη συνέχιση των σπουδών στο Γυμνάσιο.

Ένα χαρτόκουτο Νουνού δεμένο με σπάγκο σιζάλ διπλό. Δυο σώβρακα μαύρα με λάστιχο, εργόχειρο μητρικό. Δυο φανελίτσες. Δύο ζευγάρια κάλτσες για καλτσοδέτες. Μια μπλούζα μακό που φόρηγα και μια μέσα στο γαλοκούτι. Ένα πουκαμισάκι, δύο κοντοπαντέλονα και δυό-τρία μαντήλια.
Το απολυτήριο δημοτικού με τη βεβαίωση επιτυχίας στις εισαγωγικές του γυμνασίου απάνου απάνου καμαρώνανε. Και επιστέγασμα μια χεριά βασιλικά από τη γλάστρα της αυλής μας. Ζωντανά χαιρετίσματα στ’ αδέρφια μου από τη μάνα μας.

Ο κόσμος μου όλος συσκευασμένος σε μια σταλιά κουτί Νουνού.

Εκεί στον Πειραιά ο συγγραφέας άφησε για πάντα πίσω του την ανέμελη παιδική ηλικία και μπήκε στην βιοπάλη και στη ζωή των μεγάλων αν και ήταν μόλις δώδεκα χρονών. Μέσα από το υπέροχο αυτό γραπτό του παρελαύνουν άγνωστοι -έως τα τώρα- ήρωες του πολέμου της καθημερινότητας που πλέον μέσω του «Οδευεβού» λαμβάνουν το αντίδωρο της αθανασίας που προσφέρει ένα βιβλίο. Το μισθό τους για τις ευγενείς πράξεις τους προς τον συνάνθρωπο αλλά πρωτίστως προς την ίδια τους την ψυχή και τον δημιουργό τους.

Άλλωστε όπως τονίζει κάπου εκεί στις τελευταίες σελίδες και ο ίδιος ο συγγραφέας…

Θέλω να με γνωρίσεις όσο το δυνατόν καλύτερα. Την όμορφη πλευρά μου βέβαια. Τη γενιά μου, την εποχή μου, την ατμόσφαιρα που έζησα. Να γνωρίσεις την εμπάθειά μου και την εμμονή μου κατά της ρουφιανιάς και των ρουφιάνων. Δεν είναι από καλό σόι οι ρουφιάνοι. Παλιοράτσα είναι. Δική μας όμως. Σάρκα από τη σάρκα μας. Το μαύρο μας μισό, που λέγαμε.

Θέλω να μοιραστώ μαζί σου τα συμπεράσματά μου για την ανθρώπινη φύση. Που φωλιάζει μέσα της το καλό δίπλα στο κακό.

Την υπονομευτική δύναμη της εξουσίας και του χρήματος, που μεταλλάσσει τα παλικάρια και τα κάνει απόβλητα και σκουπίδια.

Αν το κατάφερε αυτό ο συγγραφέας; Το κατάφερε και με το παραπάνω. Ανέδειξε μέσα από το εξαιρετικά ενδιαφέρον, αληθινό και συναρπαστικό γραπτό του όλα τα στοιχεία που απάρτιζαν και συνεχίζουν να απαρτίζουν την ελληνική κοινωνία. Όλο το φάσμα, από σκουπίδια μέχρι διαμάντια. Από διαβόλους μέχρι αγίους. Από το πλέον άχρηστο έως το πιο πολύτιμο κομμάτι αυτού του κόσμου. Του κόσμου που κι εμείς είμαστε ένα μέρος του. Διαβάστε το, θα σας μαγέψει!

Από το οπισθόφυλλο του βιβλίου μεταφέρουμε:

«Διακόσια πενήντα τό νοίκι σύν κατό φς, νερό καί βόθρος, σύν νενήντα τά δίδακτρα το νυχτερινο, σύν τριακόσια τό φροντιστήριο Παχλιντζανάκη τς δερφς μου, σύν σούξου μούξου, νά φμε, νά πιομε, νά ντυθομε σον μηδέν ες τό πηλίκο, σον πελπισία καί πόγνωση γιά τόν δερφό καί μάνα καί πατέρα μου, πού σήκωνε δεκάδες τόνους βιομηχανικά σίδερα τήν μέρα μέ τό βασικό μεροκάματο.

Σέ φεντικό το κατηχητικο μέ δημητσανίτικες ρίζες. ψη σίου καλογήρου. Μέ γαλλικά καί ερωπαϊκή κουλτούρα. Μέ ργοστάσιο, μέ δερφό πουργό ναυτιλίας. Μέ γυναίκα βαρόνη, Γερμανίδα πό τήν Τσεχία, φράτη, κόκκινη καί καταδεχτική, πού μέχρι μπαρμπούνια μαρινάτα μς στειλε γιά νίσχυση. Μιά θερία πιατέλα. Τά πετάξαμε γιατί σιχαινόμαστε τό ξένο φαΐ, λλά καί γιατί ποτέ μας δέν τά εχαμε ξαναφάει…

…Τά χέρια τους τρούπια μπίτι. Δίνανε βέρτα σέ φτωχολογιά, ρφανοτροφεα καί δρύματα, μέχρι πού μείνανε στόν σο. Βασιλάκης τους, πού δέν μπόρηγε νά καθαρίσει μοναχός του τά μαγερεμένα τά ψάρια νά τά φάει, λοστρόμος στά βαπόρια ργότερα.Παράλληλα, τούς πήρανε χαμπάρι ο μπαταχτσδες πελάτες τους καί τούς δώκανε τή χαριστική βολή καί τούς τινάξανε στόν έρα.

Πολύ ργότερα, φαντάρος πιά, πγα τό προσκλητήριο γάμου το δερφο μου καί βρκα τή βαρόνη σ᾿ να σόγειο τς πλατείας ττικς, λκιβιάδου, μο φαίνεται, νά καθαρίζει τά τζάμια της σκαρφαλωμένη, γριά γυναίκα, στό περβάζι το παραθύρου.

“Λόγ νυπερβλήτου κωλύματος δυνατομε νά παρευρεθομε στό γάμο σας. λοψύχως εχόμεθα βίον νθόσπαρτον”. Τηλεγράφημα.

Πολύ καλά καταλαβαίνουμε κι μες πό νυπέρβλητα κωλύματα, φεντικό…»

 

Νεκτάριος Παπασπύρου, Κριτικός λογοτεχνίας

 

 

***

 

Ένα εκπληκτικό ταξίδι στο χτες

Μα διαφορετική βιογραφία που διαβάζεται απνευστί.

 Με συγκίνησε και με παρέσυρε.

 

 

«Έλα τώρα να πάμε μια βόλτα στο χρόνο και στον τόπο που με βασανίζει επίμονα, για να θεραπευτούμε κι εσύ κι εγώ. Εσύ από τα ερωτηματικά σου για μένα κι εγώ από εκείνα που κουβαλάω και με συντροφεύουνε βασανιστικά νύχτα μέρα. Να βγάλω από μέσα μου την ευλογημένη σκουριά που με κατατρώει νοσταλγικά τόσες δεκαετίες τώρα. Να ξεσαβουρώσω…Να μην το πούμε αυτοβιογραφία, να μην το πούμε συναξάρι, να μην το πούμε απομνημονεύματα. Είναι κουρασμένες λέξεις κι ειπωμένες από άλλους, που δεν τους μοιάζουμε, που δεν τους φτάνουμε. Από όποια μεριά κι αν μας συγκρίνεις, σου την έχει στημένη η αυτογελοιοποίηση… Θέλω να γνωριστούμε. Θέλω να γνωρίσεις τη γενιά μου. Γεωγραφία ψυχής και γεωγραφία της μικρής μας πατρίδας. Της πικρής μας πατρίδας… Πάμε λοιπόν μαζί, σύντροφε αναγνώστη, παιδί μου, συνοδοιπόρε μου, λαχίδι μου στη διαδρομή που με έταξε ο Μέγας Γεωμέτρης του σύμπαντος, άνθρωπε που με συνάντησες αλλά δε με γνώρισες…» (σελ. 9-11).

Όταν ο Μέλιος του Λουντέμη συναντά τον Γεροστάθη του Λέοντα Μελά και κουβεντιάζουν πάνω από ένα φλυτζάνι αναμνήσεις, γλυκόπικρες και δύσκολες, ανταποδοτικές και αισιόδοξες. Ο συγγραφέας μας χαρίζει απλόχερα τη ζωή του, τις σκέψεις του, τα συναισθήματά του, με έναν τρόπο που μου θύμισε έντονα τη νοοτροπία και τις δυσκολίες των λογοτεχνικών χαρακτήρων που ανέφερα πριν.

Ο συγγραφέας μεγάλωσε στη Γορτυνία τη δύσκολη και μεταβατική περίοδο του 1950. Όταν έρχεται στην Αθήνα για να μάθει γράμματα γράφεται σε νυχτερινό γυμνάσιο του Πειραιά και το πρωί μεροκάματο: οικοδομές, τσιμινιέρες, τζαμάδικα, αναθυμιάσεις και κακουχίες. Καταφέρνει να μάθει γράμματα και να μπει ακόμη και στη Νομική οπότε οι σπουδές του συμπίπτουν με τα δύσκολα γεγονότα της Δικτατορίας και την εξέγερση του Πολυτεχνείου.

Σήμερα ο κύριος Αναστόπουλος είναι εδώ, παρών μέσα από τις σελίδες της βιογραφίας του, για να ζητήσει συγνώμη από τις μελλοντικές γενιές που δεν τους δίδαξαν οι γονείς τους το μεροκάματο παρά τους πίεσαν για πτυχία και σπουδές και τώρα δεν έχουν δουλειά.

Το κείμενο ρέει ασταμάτητα, γραμμένο με το πολυτονικό σύστημα (που καθόλου δεν ξενίζει και δε δυσκολεύει), είναι πλούσιο σε αναμνήσεις, λεπτομερείς αναπαραστάσεις εποχής, αναπλάσεις ανθρώπων, καταγραφή διευθύνσεων καταστημάτων και εργοστασίων του Πειραιά. Με συγκίνησε και με παρέσυρε. Λατρεύω τα παλιά χρόνια, όλα όσα τότε είχαν αξία κι εμείς σήμερα τα κατεδαφίσαμε ή τα αγνοήσαμε. Ο συγγραφέας έχει μια πολύτιμη παρακαταθήκη το μυαλό του: πώς ήταν ο Πειραιάς (κυρίως) τη δεκαετία του 1950 και πόσο πολύ άλλαξε (όχι απαραίτητα προς το καλύτερο, βέβαια). Φυσιογνωμίες, νοοτροπίες, κατοικίες, εργοστάσια, ραφεία, τζαμάδικα, μνημεία και πλατείες, όλα διασώθηκαν χάρη στο κοφτερό μυαλό του συγγραφέα.

Διεισδυτικός, σαρκαστικός και ειρωνικός όπου δει, χαιρετά νοερά τους φίλους και συνοδοιπόρους στον αγώνα της ζωής και βρίζει ολοφάνερα τους ρουφιάνους και τους κάθε λογής «ύπουλους» που του τη φέραν αλλά τους σχωρνάει. Ομολογώ ότι όταν φτάνουμε στα χρόνια των σπουδών στη Νομική με τα γεγονότα του Πολυτεχνείου κλπ. κάπου έχασα τον ειρμό του συγγραφέα και τη δροσιά του και τις νουθεσίες του, αλλά αυτό δε με εμπόδισε να τελειώσω το βιβλίο. 

«Τώρα θα μου πεις, τι φταις εσύ να σε ζαλίζω με τις ιστορίες και τα πρόσωπα που σαβουρώνουνε την ψυχή μου. Δίκιο έχεις, μα να ξέρεις πως το σαβούρωμα είναι το έρμα του πλεούμενου. Χωρίς σαβούρα δεν πάει βήμα. Βουλιάζει σούμπιτο. Σ’ τα ακουμπάω απλώς. Πέταξέ τα αν δεν τα θέλεις. Από τρυφερότητα σ’ τα λέω εγώ. Να κοινωνήσεις μαζί μου αυτές τις εμπειρίες, αυτά τα πρόσωπα, όπως εγώ τα αντιλήφθηκα. Δεν είναι απαραίτητο να είναι ακριβώς όπως εγώ τα φαντάστηκα, όπως εγώ τα κατέταξα. Πάντως, για να μείνουνε στο σκοτισμένο μου μυαλό τόσα χρόνια, κάτι θα αξίζουνε διαχρονικά. Αλήθειες είναι. Πιπέρι ελάχιστο…Κρύβω κιόλας, γιατί ούτε ο αναγνώστης μου φταίει, να ακούει τις ανοστίλες μου, ούτε τα πρόσωπα έχω δικαίωμα να τα κάνω μέρος του ασταμάτητου ονειροπολήματός μου» (σελ. 92).

Ο συγγραφέας, χωρίς να κουράζει ή να επαναλαμβάνεται, νουθετεί τον αναγνώστη, δίνει μαθήματα ζωής, εφιστά την προσοχή στις παγίδες της ζωής και μας αποκαλύπτει όλο του το παρελθόν. Όλο; Όχι, το πώς γνώρισε τη γυναίκα του και γιατί την παντρεύτηκε είναι μυστικό δικό του, λέει! Στις τελευταίες σελίδες μάλιστα επεξηγείται και ο τίτλος του βιβλίου: στο Ζευγολατιό της Τρίπολης πριν την έλευση του τρακτέρ, οι ζευγολάτες φωνάζαν στο βόδι που έσερνε το αλέτρι τους «Οδεβεβού», δηλαδή Όδευε, βου! οπότε μεταφορικά «Ανθρωπάκο μου, βοϊδάκι μου, όδευε, καλλιέργησε και ψωμοδότησε την πλάση με τους καρπούς του ιδρώτα σου» (σελ. 391).

Ένα εκπληκτικό ταξίδι στο χτες, μια διαφορετική βιογραφία που διαβάζεται απνευστί.

Χαρακτηριστικά αποσπάσματα:

«Με τους μήνες καρφωμένους στο κεφάλι σου. Ένας ένας με τα σουσούμια και τις εικόνες του. Ο Γενάρης με τα κρουσταλλένια κεραμίδια, ο Φλεβάρης με τα Χοιροσφάγια και τις Μπούλες της Αποκριάς, ο Μάρτης με τη σημαία και το σχολείο στη Βαγγελίστρα, ο Απρίλης με τη Μεγάλη Παρασκευή και τον Επιτάφιο, ο Μάης με το ροδάμι και τα οργιαστικά χρώματα της φύσης, ο Ιούνιος με το λιγοστό ψωμί, ο Ιούλιος με το πανηγύρι τ’ Αγιολιός, το θέρο και το αλώνισμα, ο Αύγουστος με τους καρπούς του, ο Σεπτέμβρης με το τελείωμα κάθε συγκομιδής, ο Οκτώβρης με τον Άγιο Δημήτρη, τη σημαία και το ΟΧΙ μας, ο Νοέμβριος με τη σπορά μετά τ’ Αγιοφιλίππου και ο Δεκέμβρης με τον άγιο Νικόλα μας και τις φτωχογιορτές μας!» (σελ. 28).

«Τα παιδιά μας με τα κρινοδάχτυλα χέρια τους ποτές δεν πιάσανε σφυρί ή άλλο εργαλείο. Δεν τα μάθαμε να πιάσουν. Προλαβαίναμε τις ανάγκες τους πριν δημιουργηθούν. Εμείς τα στείλαμε στολισμένα και πεντακάθαρα στις Λαμαρίνες. Αφανιστήκαμε μονάχοι μας…Μια καμένη ασφάλεια, μια λάμπα του ηλεκτρικού δεν ξέρουν ν’ αλλάξουν. Ένα καρφί στον τοίχο δεν μπορούν να καρφώσουν. Μια βρύση δεν ξέρουν να βιδώσουν. Στην πρώτη δυσκολία καλούνε το 100! Πόσο αγιάζει τον άνθρωπο η χειρωνακτική δουλειά και η δημιουργία της τίμιας και ιδρωμένης προσπάθειας! Τον ψηλώνει και τον ανδρώνει. Η ευθύνη ολόκληρη δικιά μας, μάστορά μου. Της γενιάς μου. Βέβαια, οι παρόντες εξαιρούνται. Ελπίζω» (σελ. 78).

«Το δίφραγκο ήταν σκάνδαλο, το φράγκο ευτυχία και το πενηνταράκι ικανοποίηση. Η κοσάρα κατανόηση και η δεκάρα λύπηση» (σελ. 96).

«Πού δουλέ; Στον Περαί. Πόσα παι; Πέντε και. Τι τα κα; Στις πουτά. Που κοιμά; Σε δωμά. Μοναχός; ‘φτα νομά» .

«Όλο αυτό το ανακάτωμα της πλάσης, όλα αυτά τα παιδιά που πορευόντουσαν κόντρα στη μοίρα τους να την αλλάξουν, αναδίδανε μια υπόγεια ελπίδα για τις ημέρες που έρχονταν. Η επιθετικότητα ενάντια στις αρνητικές καταστάσεις και το πείσμα και ο θυμός ενάντια στην ολοφάνερη κοινωνική αδικία δείχναν την πρώιμη ωριμότητα εκείνων των παιδιών. Την ωριμότητα που έτσι, ακαθόριστα και αόριστα, κάτι το θετικό υποσχόταν για τις επόμενες φάσεις της ζωής τους. Το αισθανόσουν»  

«Συνεχίζω επί μήνες τη δίαιτα. Το έλκος επιμένει. Τσαντίζομαι και αρχίζω τις σκορδαλιές και τα τζατζίκια και τα κρασιά. Έλκος τέλος. Φοβήθηκε» (σελ. 308).

 

Πάνος Μαρκάκης, Κριτικός λογοτεχνίας,

Bookia.gr, Δημοσίευση στο περιοδικό «Χάι»

 

***

 

ΜΕΡΟΣ  ΔΕΥΤΕΡΟ

 

Περί Αρκαδίας

Λόγος (…) πάνω απ’ όλα απολαυστικός και αποκαλυπτικός

 

 

Όλοι, ανεξάρτητα από εθνικότητα και εντοπιότητα εδώ και αιώνες, διεκδικούν την Αρκαδία με ποικίλους τρόπους από τη μυθολογική αρχαιότητα μέχρι σήμερα, άλλος για να την κατακτήσει και άλλος για να την εξιδανικεύσει. Έτσι, λοιπόν, και ο συγγραφέας του παρουσιαζόμενου σήμερα βιβλίου προβάλει την επί της Αρκαδίας ιδιοκτησία του με τον ευρηματικό και διεκδικητικό τίτλο «Η δική μου Αρκαδία».

Προετοιμάζει έτσι τον αναγνώστη να μη χαθεί σε διεθνείς περιπλανήσεις «αναχαράζοντας», το αναχαράζοντας κατά το λεξιλόγιο του συγγραφέα, το χιλιοειπωμένο Et in Arcadia ego, αλλά να επικεντρώσει την προσοχή του σε αυτά που τολμά να του αφηγηθεί ο ίδιος που, καθώς έχει το προνόμιο να είναι Γορτύνιος, και μάλιστα γόνος της ευρωπαϊκής Γορτυνίας και του βαθύτατα Αρκαδικού Βυζικίου, κατά δήλωσή του, να εφοδιάσει τον αναγνώστη με πληροφορίες και ειδήσεις αληθινές και όχι φανταστικές, βιωματικές του συγγραφέα, ώστε να σχηματίσει και αυτός, ως αποδέκτης των σκέψεών του, σαφή εικόνα μιας πολυεπίπεδης θρυλικής Αρκαδίας, που την παρουσιάζει όμως με αποκλειστικά δικό του πρωτότυπο τρόπο. Δεδομένου μάλιστα ότι ο ίδιος προέρχεται από αγροτικό λαϊκό περιβάλλον και είναι μορφωμένος, είναι βέβαιο ότι μέσα από τον ίδιο ακούγεται η φωνή ενός εκπροσώπου του Αρκαδικού, Γορτυνιακού λαού και όχι τής οποιασδήποτε ντόπιας ή ξένης αριστοκρατίας. Η φωνή αυτή, ενώ κατ’ ουσίαν είναι προφορική, αφού ο αγράμματος λαός δεν επιδίδεται σε συγγραφικά έργα, αλλά ασκεί αυτό που ξέρει και το ξέρει καλά, δηλαδή να αφηγείται, να χορεύει, να τραγουδάει και να διαιωνίζει το ανθρώπινο είδος, εν τούτοις το βιβλίο τα δίνει όλα αυτά και πολύ περισσότερα σε γραπτό λόγο, με πρωτοστάτη όμως και πρωταγωνιστή σε όλες τις σελίδες τον κυρίαρχο λαό που χοροπηδάει ως άλλος Πάνας μέσα στο έργο, με όλα τα ιδιαίτερα λεκτικά, σωματικά και χαρακτηρολογικά ιδιώματά του, που τα αξιοποιεί στο έπακρον ο συγγραφέας με τον άκρως πιπεράτο και πολύχρωμο ιδιωματικό λόγο του έτσι ώστε, το κατά βάση ιστορικό έργο, όπως είναι το βιβλίο, να μετατρέπεται από τον αφηγητή του σε νέα «Βαβυλωνία», λόγω λεκτικού πλούτου ποικίλων αποχρώσεων ή σε αριστοφάνεια παρωδία με το πλήθος των απαγορευμένων εκφράσεων που το εμπλουτίζουν.

Είπαμε, όμως, ότι ο αφηγητής είναι εκπρόσωπος του λαού και ο λαός δεν είναι σεμνότυφος αστός, δεν έχει φραγμούς ούτε στη γλώσσα ούτε στη συμπεριφορά ούτε στη σάτιρα και τη διακωμώδηση, και δεν διστάζει, επομένως, να ανατρέψει την αστική ευπρέπεια τόσο στο λεξιλόγιο, χρησιμοποιώντας το δικό του, το διαλεκτικό, ιδιωματικό, όσο και στην περιγραφήανεπίτρεπτων εκφράσεων αυτών, που ο περίφημος Βυζαντινολόγος Φαίδων Κουκουλές, αναφερόμενος στο Βυζάντιο, χαρακτήρισε ως «Τα ου φωνητά», δηλαδή αυτά που δεν επιτρέπεται να εκστομίσει κάποιος, γιατί απαγορεύονται από τον ηθικό, κοινωνικό, θρησκευτικό, πολιτικό κώδικα. Πρόκειται δηλαδή για λεξιλόγιο ταμπού που δεν έχει εκφραστική διέξοδο, τα αμίλητα λεγόμενα, τις αθυροστομίες, τα άσεμνα, τις βωμολοχίες και χυδαιότητες. Περιγράφοντας, λοιπόν, αυτές τις ανεπίτρεπτες συμπεριφορές, τις στολισμένες με το ανάλογα απαγορευμένο λεξιλόγιο, δικαιολογείται στον αναγνώστη ο Βυζαντινολόγος και Ακαδημαϊκός Κουκουλές γράφοντας τα ακόλουθα:

«Στη δημοσίευση της μελέτης μου, δηλαδή «Τα ου φωνητά», δεν με ώθησε η πρόθεση να σκανδαλίσω τους αναγνώστες μου αναπτύσσοντας θέματα που υποδαυλίζουν τις ταπεινότερες ορμές, αλλά η επιθυμία μου να γίνει γνωστή μια ελάχιστα γνωστή πλευρά της ζωής των Βυζαντινών προγόνων μας που αναφέρεται στα ήθη και τον πολιτισμό. Ο σκοπός μου είναι μόνο επιστημονικός και η μελέτη μου αυτή είναι συνέχεια και συμπλήρωση παρομοίων διατριβών που αναφέρονται στα σεξουαλικά των Αρχαίων Ελλήνων».

Επιτρέψτε μου, λοιπόν, και εγώ να προσυπογράψω αυτή τη δήλωση προθέσεων του Κουκουλέ και να την επεκτείνω και για το βιβλίο που παρουσιάζουμε σήμερα, δικαιολογώντας έτσι ιστορικά, ό,τι πιθανόν θα σας εκπλήξει ή προβληματίσει διαβάζοντάς το. Και το κάνω αυτό από την αρχή της παρουσίασης, προκειμένου να μην πάθει κανείς από σας πανικό, όπως πάθαιναν οι Πέρσες, όταν τους εμφανιζότανε ο Πάνας και όπως έπαθα κι εγώ, σε πρώτη του ανάγνωση, γιατί στη δεύτερη γέλασα με την ψυχή μου με τα άπειρα εκφραστικά και πιπεράτα εφευρήματα του συγγραφέα, που, ενώ γράφει Αρκαδική Ιστορία, την οποία ομολογουμένως έχει, όπως φαίνεται, με πολύ μόχθο κατακτήσει και που γνωρίζει άριστα να αξιοποιεί και να συνθέτει αιτίες και αποτελέσματα, εντούτοις, η ιστορική αυτή αφήγηση είναι γραμμένη όχι στην καθιερωμένη γλώσσα, όπως καταλάβατε, αλλά σε όλα τα επιχωριάζοντα και μη, διαλεκτικά ιδιώματα, από τα βυζικιώτικα μέχρι τα μπουλιαρίστικα (γλώσσα των μαστόρων και των ζητιάνων δηλαδή), καθώς και από τα αρβανίτικα, αλλά και από τα βλάχικα (όπως διαπίστωσα εγώ), μέχρι τα κρητικά ιδιόλεκτα και τη γλώσσα της πιάτσας, τη λεγόμενη αργκό και γενικά τα περιθωριακά λεξιλόγια, τα κουτσαβάκικα, τα καλιαρντά, δηλ. τη γλώσσα των ομοφυλόφιλων, τα ρεμπέτικα ή των φίλαθλων, και όλα αυτά γράφονται, ή μάλλον είναι σαν να ακούγονται και σαν να τραγουδιούνται με επίκεντρο πάντοτε την Αρκαδία. Το βιβλίο, λοιπόν, διαθέτει, όπως καταλάβατε, προσωπικό αφηγηματικό ταλέντο και έντονα λαϊκό παλμό.

Στο σημείο αυτό να πω ότι η Αρκαδία είναι πάνω από όλους και απ’ όλα σ’ αυτή την αφήγηση και ο συγγραφέας αντιμετωπίζει κάθε εχθρό διαχρονικά της Αρκαδίας με ποδοσφαιρικούς όρους. Έτσι πάντα από το ένα μέρος είναι η ανευδαίμων και βαλανηδοφάγος, τότε, λόγω φτώχιας, ηρωική, όμως, Αρκαδία, και από το άλλο, ο εκάστοτε αντίπαλος, όταν κυρίως αναφέρεται στην αρχαιότητα, οπότε πάντα το σκορ είναι ένα – μηδέν, όπου το κύπελλο βέβαια ανήκει στην παραδεισένια και ηρωική, διαχρονικά, και ελεύθερη Αρκαδία, ελεύθερη βέβαια εκτός από τη ρωμαϊκή και την οθωμανική περίοδο της υποδούλωσης, ενώ το μηδέν και η περιφρόνηση ανήκει σε κάθε επίδοξο σφετεριστή της, είτε «φασίστας» κατά τον συγγραφέα, Σπαρτιάτης είναι αυτός, είτε αστείος και σφετεριστής των αρκαδικών θεών, Κρητικός. Και οι δύο αντιμετωπίζονται από τον αφηγητή με όρους υποτίμησης και ευτελισμού.

Και ενώ έτσι φαίνεται να μην είναι και πολύ αμερόληπτος και απροσωπόληπτος στην ιστορική του αφήγηση, ωστόσο πρέπει να ομολογήσω, ότι δεν χαρίζεται ούτε και στους λατρεμένους του Αρκάδες.

Ως λαϊκός συγγραφέας διανθίζει την ιστορία της Αρκαδίας με επίκαιρες πολιτικές και άλλες σκωπτικές αναφορές, τόσο επιτυχημένες, που δείχνουν ότι ο συγγραφέας μάλλον θέατρο γράφει παρά ιστορία, αφού ο ιστορικός του λόγος και τα σχόλιά του είναι σκηνοθετημένα, έτσι ώστε να

αναζητούν το παλκοσένικο και να διεκδικούν την πρωτοπορία σε αυτό το είδος, παραμερίζοντας από το μέχρι σήμερα προσκήνιο τόσο την πολύγλωσση Βαβέλ της Βαβυλωνίας του Βυζαντίου, του συγγραφέα του έργου «Βαβυλωνία», όσο και την αθυρόστομη αριστοφάνεια κωμωδία.

Βέβαια, η γλώσσα του βιβλίου δεν υποτάσσεται σε ό,τι τον ΙΗ΄αι. ο Νικηφόρος Θεοτόκης στο Κυριακοδρόμιό του σημείωνε, ότι δηλαδή ο λόγος του δεν θα είναι αυτός που συνηθίζεται στη διάλεκτο της αγοράς και στο σταυροδρόμι, δεν εννοούσε το βυζικιώτικο, στις τριόδους, γράφει, που ακούγεται από τους χυδαίους, σε γλώσσα φθαρμένη από τα πολλά τραύματα και τις πληγές από τις ξενικές λέξεις που τρυπώσανε σιγά-σιγά σ’ αυτήν, αλλά ο άξιος ιεράρχης είπε ότι θα γράψει σε γλώσσα απλούστερη, που να την καταλαβαίνουν των Ελλήνων τα παιδιά και να είναι ευρυχώρητη, δηλαδή να χωράει, να περνάει στο μυαλό τους.

Το βιβλίο βεβαίως δεν απευθύνεται σε παιδιά αλλά σε αναγνώστες που τους έθρεψε το ιστορικό αλλά και γλωσσικό Γορτυνιακό γάλα και συνεπώς ο συγγραφέας προσπαθεί να επαναφέρει στη μνήμη και στη ζωή κάθε τι που, κατά τη γνώμη του, πηγαίνει για εξαφάνιση.

Φέρνει στην επιφάνεια την τραυματική από τις ιστορικές περιπέτειες ελληνική γλώσσα, αλλά παράλληλα και σωστά και τη Γορτυνιακή ιδιωματική, που συχνά αποδεικνύεται ως γνήσια απόγονος της αρχαίας, αφού μάλιστα με αρχαιοελληνική εντολή, καθοδηγεί ακόμη και σήμερα τα αρκαδικά βόδια λέγοντας «όδευε βου» .

Ο συγγραφέας όλα τα κάνει, όπως ο ίδιος αναφωνεί, επαναλαμβάνοντας το θρυλικό «ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ ΡΕ ΓΑΜΩΤΟ», και να προσθέσω εγώ, την Ελλάδα που διατήρησαν ελεύθερη μέχρι σήμερα από τους ηρωικούς Σπαρτιάτες μέχρι τους ακαταμάχητους Αρκάδες του ανεπανάληπτου ήρωα Κολοκοτρώνη όπως και των κλεφταρματωλών, όπως ο Ζαχαριάς, και όχι μόνο, ο οποίος, όμως, καταλαμβάνει πλήθος σελίδων στο βιβλίο, καθώς και τόσοι άλλοι, που θα τους βρείτε σ’ αυτό το εξαιρετικό σύγγραμμα της νοσταλγίας και του πόνου.

Ακούστε δείγματα γραφής, που μοιάζει περισσότερο με ποίηση, θέατρο και δημοτικό τραγούδι, παρά με πεζό λόγο και ξερή επιστημονική εξιστόρηση. Αν και, όπως γράφει ο Μεγαλοπολίτης Πολύβιος: «Η ωφέλεια της Ιστορίας συνίσταται στην ανακάλυψη των αιτίων τα οποία προσδιορίζουν τα γεγονότα και τον ειρμό τους» και ο Λουκιανός (που έχει πνευματική συγγένεια με τον συγγραφέα) γράφει: «Μέγα τείχος χωρίζει την ιστορία από το εγκώμιον».

Και όπως γράφει το συναξάρι του συνονόματου τού συγγραφέα αγίου Χαραλάμπη, όπως εκείνος ήταν ακλόνητος στύλος της Εκκλησίας και φωτισμένος σοφός, που κατάργησε τα σκοτάδια των ειδώλων και διάλυσε τις ψευδείς θεότητες, τα πλάσματα της φαντασίας και την ασέληνη νύχτα, όχι βεβαίως τους «Προσέλληνες», έτσι, και ο αντάξιος συνονόματος του αγίου, δημιουργός τού βιβλίου, στο λεξιλόγιό του, παρά την αθυροστομία του, και παρά την άσεμνη και προκλητική εκφορά και γραφή του ’που χου και μου χου (και το χ με μικρό), περιλαμβάνει περιγραφές και όρους ανείπωτου σεβασμού και θρησκευτικής συνείδησης, τους οποίους θα παραθέσω.

Πάντως σε ό,τι αφορά τα σχόλια του βιβλίου κατά των Σπαρτιατών να σημειώσω μόνο, ότι εγώ, ως Σπαρτιάτισσα υιοθετώ «το λακωνίζειν εστί φιλοσοφείν» και το «Μηδέν άγαν», δηλαδή τίποτα το υπερβολικό κατά τον Σπαρτιάτη φιλόσοφο Χίλωνα, και να προσθέσω σχετικά ότι κάθε ελληνικό τοπικό διαμέρισμα έχει τα δικά του μη περιφρονητέα χαρακτηριστικά,και από τον επίσης σοφό Μεγαλοπολίτη και σπουδαίο ιστορικό Πολύβιο, αν και φιλορωμαίο, έχουμε την εντολή «Μη ρίχνεις πέτρα στο πηγάδι που σε δρόσισε». Εκτός από τους Αρκάδες και άλλοι δρόσισαν τον Ελληνικό λαό, όπως οι Αθηναίοι, οι Σπαρτιάτες, οι Θηβαίοι στα παληά χρόνια και οι Μακεδόνες αργότερα. Αυτά ως απάντηση σε κάποια αρνητικά σχόλια του βιβλίου για τον ιστορικό και υπερήφανο λαό της Αρχαιότητας, τους Σπαρτιάτες.

Μετά από αυτά τα απαραίτητα, λοιπόν, σταματώ για να σας δώσω δείγματα να απολαύσετε τον σήμερα παρουσιαζόμενο πολυτάλαντο και πρωτότυπο, καινοτόμο συγγραφέα που και η παραβατική λεκτική συμπεριφορά του δεν αντιστρατεύεται, όπου χρειάζεται, τον αυστηρό ηθικό – θρησκευτικό κώδικα. Άλλωστε ο ίδιος την αλήθεια του λαού υποσχέθηκε να αποκαλύψει, έστω και αν ενοχλεί. Επομένως δεν μπορούσε να χρησιμοποιήσει τη γλώσσα της αριστοκρατίας και του γοήτρου, αλλά ούτε και την ανάλογη του ευσεβισμού.

Επιπλέον, υπόκωφα σε όλες τις σελίδες του βιβλίου ακούγεται ένας πρόσφατος, γνωστός στους μεγαλύτερους, ήχος, σωματοποιημένος στο «Εμπρός – Εμπρός για την Ελλάδα το δίκιο και τη λευτεριά», που διανθίζεται με αναφορές σε ταγματασφαλίτες και λαϊκά δικαστήρια. Πάντως για να επανέλθω, ο συγγραφέας, βρισκόμενος σε «αρκαδικό παραλήρημα», όπως η αφοπλιστική αυτογνωσία του μας δηλώνει, δεν παύει να θυμάται και να ζητάει μέσα στις ανορθόδοξες διαδρομές του, ό,τι ο Κολοκοτρώνης μονίμως επιζητούσε, δηλαδή την ευλογία του Χριστού στ’ άρματά του, για να βγαίνει πάντοτε νικητής για την Ελλάδα ολόκληρη. Αυτή τη βοήθεια ζητάει και ο Γορτύνιος αφηγητής, αν και η τροφοδότης θετή μάνα του δεν είχε τέτοιες ευαισθησίες και προδιαγραφές, καθώς συμπεραίνουμε από τον απίστευτο τρόπο της νηπιακής γαλακτοτροφίας του. Ακούστε τον ίδιο να το περιγράφει, στο πραγματικά αξιόλογο ιδιωματικό λεξιλόγιο, που παραθέτει στο τέλος του βιβλίου. Γράφει:

«νάκα: φορητό λίκνο του βρέφους: Το κουβάλαγε η μικρομάνα στο χωράφι και στις άλλες δουλειές και το κρέμαγε από το δέντρο. Στη Βάναινα, στη Δαφνιά στο χωράφι μας, που είχαμε καταφύγει τον Ιούνιο του 1944, 2 μηνών, με βύζαξε η Ντρένια η γίδα μας (επιμόνως, και από τη δεύτερη κιόλας φορά, εθελοντικώς…), όταν έκλαιγα από την πείνα κρεμασμένος στη νάκα. Η μάνα μου δεν είχε γάλα από την αφαγίλα και τη γερμανική τρομοκρατία και συνεννοήθηκε εγκαίρως με την Ντρένια να την υποκαταστήσει. Babysitting που λέμε κει σιακάτου στα μέρη μας! Έτσι, όταν έκλαιγα το μωρό, διέκοπτε η Ντρένια τη βοσκή στο Πλάι και γυρόφερνε, βελάζοντας κάτω από την κρεμασμένη νάκα, σφίγγοντας με τα πισινά της ποδαράκια τα μαστάρια της για να με βυζάξει. Στα κόκκαλα της Μάνας μου αν λέω ψέμματα! »

Και αργότερα που μεγάλωσε:

                       «Τον πήραν τον Κολιό   

                        τον πήραν οι μαστόροι

                        παιδί απ’ το σχολειό

                        να μάθει πηλοφόρι».

Δεν έγινε φαρφαλιάρης ο συγγραφέας, όπως ο ίδιος γράφει για τον εαυτό του, όπου, ερμηνεύοντας τη λέξη, σημειώνει ότι είναι ο ακατασχέτως ομιλών, ο πολυλογάς. Αντίθετα – Ακούστε ένα αριστουργηματικό στα νοήματά του απόσπασμα, με τη δραματική ζωντάνια που έχουν οι αναπάντητες σπαρακτικές ερωτήσεις που αποδίδουν την ψυχολογική κατάσταση των

 Προσώπων:                                                                                                                           

«Στα Λαγκάδια τη δεκαετία του 1960. Δεκαπενταύγουστο νύχτα αργά, ξημερώνοντας δεκάξι. Το πανηγύρι τελειώνει. Ο τύπος – καμιά 50αριά χρονώνε – κάθεται μοναχούλης του, απόμακρα από τα όργανα και πίνει αμίλητος κρασάκι, καπνίζοντας ασταμάτητα.

Πρόσωπο σοβαρό, σκαμμένο απ’ τη δουλειά, φτωχικά μα τσίφτικα ντυμένος. Σαν τελείωσαν οι χοροί κι οι οργανοπαίχτες αρχινάνε να μαζεύουν τα όργανα, πλησιάζει ο άνθρωπος και κάτι τους λέει χαμηλόφωνα, ξαναβγάνουνε τα όργανα από τις θήκες, λαούτο, βιολί, κλαρίνο και λαουτοκιθάρα, και κινάνε παίρνοντας το δρόμο για το απάνω χωριό παίζοντας στην αρχή σκοπούς λυπητερούς. «Εν πομπή».    

Όσο ανηφορίζανε σταμάταγαν κάπου κάπου σε ορισμένα σπίτια, κι ο δικός μας έδινε εντολή να παίξουνε το τάδε τραγούδι, τον τάδε σκοπό, που τον τραγουδούσαν όλοι τους μαζί, μουσικοί και «εντολέας» – πελάτης.

Σπίτια έρημα, κλειστά και σφραγισμένα, από τη μετανάστευση κι από τον Χάρο. Και κείνοι τραγουδούσαν ξημερώματα, χωρίς ακροατές… Έρημο το χωριό. Ανατριχίλα. Κάθε στάση και τραγούδι, κάθε σπίτι και άλλος σκοπός. Κατά τα γούστα τού τελεσίδικα πια απόντος νοικοκύρη, όσο ζούσε. Και το ποτήρι άδειαζε συνέχεια, λες και σκοπό είχανε να σβήσουν κάποια φωτιά ή κάτι τέτοιο… Εκείνος βρουχιότανε νυχτιάτικο, σα λαβωμένο δαμάλι, τα μάτια τρέχοντας, όξω από κάθε σπίτι που σταμάταγαν:

– Πού εισαι, ρε Γιάνν’; Έβγα όξω, ρε. Για δε μιλάς; Χόλιασες; Τι σου ’χουμε καμωμένο;

Θειά Νικόλαινα, η μάνα μου πού είναι; Μην είδες τον πατέρα μου; Την αδερφή μου;

Βασίλη, το πικούνι σου τ’ αλησμόνηκες στη Σπάρτη και στόηφερα. Πού να τα’ αφήκω;

– Μιλάτε, ρέη, γιατί δε μας μιλάτε; Ούλοι χολιασμένοι είσαστε; Γιατί κλειδώσατε τις πόρτες;

Ώσπου φτάσανε καμιά φορά στο νεκροταφείο μέσα, τραγουδώντας βραχνιασμένα, άγρια, σπαραχτικά, πάνω στα μνήματα, με τη φωνή του ανώνυμου Λαγκαδιανού μας να βγαίνει ανάμεσα από λυτρωτικούς λυγμούς, να τραγουδάει σκοπούς αγαπημένους, αγαπημένων του νεκρών, κέρασμα απ’ τον Απάνω Κόσμο και σπονδή των ζωντανών, με το μοναδικό ποτήρι της παρέας να κάνει γύρο τα μνήματα κερνώντας.

Ποιος είπε, αδέρφια, πως δεν «προσδοκά Ανάσταση Νεκρών»; Ζούνε οι νεκροί μας, όσο εμείς μέσα μας τους κουβαλάμε, και σίγουρα μας περιμένουν, μαζί να τραγουδήσουμε τ’ «αγαπημένα» μας».

Και αυτό το αριστούργημα με την προσδοκία της Ανάστασης δένει με την προσθήκη στο βιβλίο, στο σημείο που γράφει για λέξεις, που δεν θέλει να χαθούν ή που πάνε να χαθούν, καταγράφει τον όρο Κολλυβάδες και εξηγεί ακριβέστατα, ότι πρόκειται για «μοναχικό αγιορείτικο κίνημα του 18ου αιώνα, όπου δεν έκαναν κόλλυβα την Κυριακή, γιατί είναι ημέρα Ανάστασης και Χαράς».

Και στην ίδια ένθεη και ολοφώτινη γραμμή είναι και το ακόλουθο:

«Θεέ και Κύριε, ας είναι ευλογημένο τ’ όνομά Σου για την τόση Σου αγάπη στο έθνος μας. Γιατί αν δεν μας αγάπαγες, δεν θα καθόσουνα να κουραστείς τόσο για να φτιάσεις ένα μυαλό και μια ψυχή σαν του Γεροθοδωρή Κολοκοτρώνη, του πατέρα μας. Αν δεν μας αγάπαγες, δεν θα τον επροστάτευες από τους κινδύνους, ώσπου να βγάλει πέρα τον σκοπό του να λευτερώσει την έρμη την πατρίδα μας. Την πατρίδα μας, που σαν μεθύσαμε από «το κρασί του ’21», μας κοιμίσανε και μας την αρπάξανε οι ξένοι τοκογλύφοι και οι ρουφιάνοι, ντόπιοι συνεργάτες τους.

Κι εμείς, έρμοι, χωρίς τσιοπάνη και οράματα, χαζολογάμε με το τηλεχειριστήριο στο χέρι, καρτερώντας – μάταια όπως φαίνεται – τον οδηγητή να βγει μέσα από το κουτί της αποβλάκωσής μας. Μη μας ξεσυνεριστείς, Θέ μου, έτσι που καταντήσαμε «άβουλοι και μοιραίοι», αλλά κάνε μια έτσι και πρόγκα μας να ξυπνήσουμε από τον λήθαργό μας και να γυρίσουμε τ’ απάνω κάτω σε μια νύχτα μέσα, αλλάζοντας μυαλό, ψυχή και ζωή…» και η τελευταία αυτή δίκαιης αγανάκτησης επικαιροποίηση διευρύνεται σκωπτικά αλλά ορθότατα με την ερμηνεία από τον ίδιο της λέξης κουβέλι; Όπου σημειώνει: «Κούφιος κορμός συνήθως. Ίσως και κενός, κούφιος και αδίστακτος ρητορεύων πολιτικός απατεώνας». Αυτά για τη λέξη – όνομα και πράμα να προσθέσω εγώ – κουβέλι.

Ο λόγος του πότε ευσεβής πότε συχνά περιπαικτικός, ειρωνικός, σατυρικός αλλά πάνω απ’ όλα απολαυστικός και αποκαλυπτικός. Μέσα στο βιβλίο που κάνουν παρέλαση από τους αρχαίους μουσικούς και τους μουσικούς τρόπους με την απαρίθμηση των μουσικών οργάνων σύριγγα, λύρα, αυλό, τους χορούς και τα τραγούδια και έχουν θέση όλες οι αρχαίες και μεταγενέστερες εμπόλεμες συγκρούσεις εμφυλιακές ή των ξένων επιδρομέων και όπου περιγράφονται σε όλο το μεγαλείο τους η Αλέα Αθηνά και ο Ποσειδώνας, ξαφνικά βρισκόμαστε στην ακόλουθη εξιστόρηση με προειδοποίηση του συγγραφέα για το τι θα ακολουθήσει.

Γράφει λοιπόν:

«Τώρα εδωπά, να σας κουφάνω; Βέβαια να προσθέσω εγώ μας έχει κουφάνει σ’ όλο το βιβλίο, όχι μόνο εδωπά. Γράφει λοιπόν: Τι είναι εκείνο που τους Αρκάδες κάνει, σε τόση έκταση και με τόση εμμονή, να ευλαβούνται τον άγιο Νικόλαο, τον άγιο των θαλασσινών, στα βουνίσια μέρη τα δικά τους; Και μάλιστα, άγιο χειμωνιάτικο και θαλασσοδαρμένο; Μάλιστα από τα Μύρα της Λυκίας, αρκαδικής αποικίας παναπεί, που πήρε το όνομα του Λύκαιου όρους ή του Λυκάοντα παππού μας! Και ο ευλαβικός μας ο λαός το δέχτηκε ευχαρίστως.   

‘Κανόνα πίστεως και εικόνα πραότητος, εγκρατείας διδάσκαλον…’, χαρακτηριστικά που βρίσκουμε πολύ συχνά στην αρκαδική ψυχή, που ψέλνει και ξαναψέλνει ικετεύουσα. ‘Δια τούτο εκτίσω τη ταπεινώσει τα υψηλά, τη πτωχεία τα πλούσια’, έννοιες που έκαμε δρόμο και σκοπό ζωής ο αριστοκράτης, περήφανος και πάμπτωχος λαός μας, που ποτές του δεν ξεχνά τη μάνα του πατρίδα, και κείνα που διδάχτηκε. Τα ταπεινά κι ωραία… Της φτώχειας ο πλούτος και συνεχίζει ο ίδιος:

Τέσσερα μοναστήρια αρκαδικά έχομε στη χάρη του αφιερωμένα: Άγιος Νικόλαος των Βαρσών, Άγιος Νικόλαος των Καλτεζών, Άγιος Νικόλαος Καρυάς και Άγιος Νικόλαος Σίτζας και πλήθος ενοριακοί ναοί, διάσπαρτοι στα πιο απόμακρα χωριά μας.

Η κλίση μας στα θεία, ω αδελφοί, δεν φαίνεται μονάχα στα γαλαντόμικα δοσίματα και στα περίτεχνα ιερά που στήσαμε. Είναι κάτι βαθύτερο, πιο εσωτερικό, από το σμίξιμο του θεϊκού με την ανθρώπινη ψυχή, με αποτέλεσμα, πράξεις βέβηλες να ξεσηκώνουνε τη λαϊκή κατακραυγή, άσχετα πόσο ισχυρός είναι ο δράστης». Κλείνουν τα εισαγωγικά.

Πήρε, φαίνεται, τα μαθήματα αυτά ο συγγραφέας από τους κατά καιρούς ιεράρχες, που φιλοξενούσαν στο Βυζικιώτικο σπίτι τους, εκτός από την αφιερωμένη αείμνηστη αδελφή του Σταθούλα, από τους μετέπειτα άξιους Μητροπολίτες Ευστάθιο, Σωτήριο, Θεόφιλο, Αγαθόνικο. Αλλά και από τον αγαπημένο του Πολύβιο που, σκιαγραφώντας τον χαρακτήρα των Αρκάδων και τη φήμη τους για την αρετή και τη θεοσέβειά τους, έγραφε ότι από νήπια τα παιδιά των Αρκάδων τραγουδούσαν και υμνούσαν ακόμη και σε μουσικούς αγώνες θεούς και ήρωες.

Γίνεται πολύ σωστά λόγος στο βιβλίο «για εργολάβους ιστορικούς που μπαζώσανε την ιστορία» και για «πληρωμένα ιστορικά στιλέτα» (262) και ένα τραγικό παράδειγμα που αναφέρεται είναι η Κύπρος, που μετά την θαυμάσια ερμηνεία που καταγράφεται στη λέξη Κυπρί, που είναι το χάλκινο κουδούνι των αιγών και των τράγων και οι Ρωμαίοι το ονόμασαν (cuprum), προσθέτει:

 «Κύπρος: δεν έχει σχέση με τους ‘κουπρίτες’, που προδώσανε και πουλήσανε την Κύπρο μας. Αυτοί είναι και λέγονται Κοπρίτες ή  Αμερικανοτσολιάδες».

Απολαυστικός είναι στις περιγραφές ο συγγραφέας, όταν αναφέρεται σε προσωπικότητες στρατιωτικές που εγκωμιάζει, ενώ παράλληλα εκμηδενίζει με ανείπωτο κυνισμό και γλωσσική επένδυση τον αντίπαλο ή τον επίορκο. Παράδειγμα ο Αριστοκράτης, ο τελευταίος βασιλιάς της Αρκαδίας, που λιθοβολήθηκε από τους Αρκάδες, γιατί πρόδωσε τους Μεσσήνιους στον κατά Σπαρτιατών Δεύτερο Μεσσηνιακό Πόλεμο και ο άλλος, ο εγκωμιαζόμενος με σωρεία αθυρόστομων κοσμητικών, χαρακτηριστικών της ανδρείας του, ο Αριστομένης, στρατηγός τών Μεσσηνίων και ήρωας του Δεύτερου Μεσσηνιακού Πολέμου.

Ακούστε ένα χαρακτηριστικό απόσπασμα, αναφερόμενο στο Δεύτερο Μεσσηνιακό, όπου ο Αρκάς Αριστοκράτης αποσύρει τους Αρκάδες και αφήνει μόνους τους Μεσσήνιους να πολεμήσουν εναντίον των Σπαρτιατών, και όταν ζητάνε προσωρινή ανακωχή οι Σπαρτιάτες και αποσύρουν και αυτοί τους φαντάρους τους από τη Μεσσηνία, τότε εμφανίζεται ο Μεσσήνιος Αριστομένης (ο Μένιος κατά τον συγγραφέα) που τον αναγνωρίζουν κάτι μισθοφόροι των Σπαρτιατών Κρητικοί, και τον συλλαμβάνουν. Ακούστε τον χλευασμό του συγγραφέα κατά των Κρητικών. Με συγχωρείτε, αλλά θα σας το δώσω όπως ακριβώς τιτλοφορεί το σχετικό κεφάλαιο, ο εκπονητής του βιβλίου, αποκαλύπτοντας έτι το πολυσχιδές ταλέντο του, αλλά και την χιουμοριστική σαρκαστική ειρωνεία του. Τίτλος:

 

«ΙΝΤΑ ΚΑΝΕΙΣ ΒΡΕ ΤΣΗ ΘΕΙΑΣ ΣΟΥ. ΤΣ’ ΕΙΝ’ ΤΑ ΠΟΔΙΑ ΤΣΗ ΣΤ’ ΑΥΤΙΑ ΣΟΥ;»

 

Διαβάζω:  «Στα Υακίνθια [γιορτή των Σπαρτιατών, στη μνήμη του Υάκινθου] απάνω στη γιορτή, ζητάνε σαρακοστιανή εκεχειρία οι Σπαρτιάτες και αποσύρουν τους φαντάρους τους από τη Μεσσηνία, για σαράντα ημέρες δηλαδή. Να ιδούνε τις φαμελιές τους και τα ρέστα.»

 Και σαν να ερμηνεύει τη σκέψη του Αριστομένη, ο συγγραφέας γράφει :

«Εδώ βγήκαμε από τον Άδη, τα φανταράκια τους, που κάνουν βάρδια και τους μισθοφόρους των εχθρών θα φοβηθούμε; Δίνει μια από την Είρα, [βόρεια της Μεσσηνίας είναι], ο Αριστομένης, πολιτικά ντυμένος και βρίσκεται στον μεσσηνιακό κάμπο, να κόψει κίνηση και ν’ ανασάνει λίγο αέρα της πατρίδας.

Να σου πεντέξι μισθοφόροι σύμμαχοι, δεν το ξέρουμε) των Σπαρτιατώνε, κοπέλια κρητικά, από τα Ζωνιανά θαρρώ ’τανε, διάλεγαν τσι αποθαμένους τους, που ’χανε βγει υπηρεσία, περίπολο στον κάμπο δηλαδή, τόνε γνωρίσαν και τόνε ζωγρήσανε [δηλ. τον συλλάβανε αιχμάλωτο].

Χαρώ το μου το Αριστομενάτσι μας… Ίντα κάνεις, ρε κοπέλι, που μας εκουζούλανες επαέ τόσους χρόνους, μακριά από τσι κυράδες, τα κοπέλια μας, τσι φυτείες τσιε τα κουράδια μας; Ζια έλα επαέ, τσιε μην ειπείς πράμα. Τη δουλειά μας κάνουμε. Μαζί σου πράμα εμείς δεν έχουμε…

Φεύγουνε δυο από δαύτους και πάνε για τη Σπάρτη, να πάρουνε τα συχαρίκια: ‘Το και το. Τον επιασάμενε το μάγκα οψάργας [χτες βράδυ, δηλαδή]. Μα την Παναζία, ψώματα εμείς δε λέμε. Κρητιτσιοί είμαστε, όπως καλά κατέχετέ το. Πριν το μπανές [ίσως το ξημέρωμα] τσιηνήσαμε, επαέ να ρθούμενε. Τα συχαρίκια μας όμως, εδά επαέ ζυρεύουμε».

Και συνεχίζει με τον σπαρταριστικό του λόγο: ‘Πάρτε τώρα λίγα ψιλά, μπροστάντζα για κανα κρασί τα δυο σας, για σάμαλι και κουρκουμπίνια και μαλλί της γριάς. Σαν τον κουβαλήσουνε εδωπά, έρχεται και η επιταγή σας. Λόγω γιορτής είναι κλειστές οι τράπεζες. Χοντρά δεν κρατάμε. Είναι επικίνδυνο, τώρα με την κρίση’.

Οι άλλοι οι υπόλοιποι Κρητίκαροι, τρεις τέσσερις, αν καλά θυμάμαι, τόνε μπαγλαρώσανε πιστάγκωνα και σηκωτόνε τόνε πάνε σ’ ένα χωριατόσπιτο παρακατούλια. Σ’ ένα σπιτάκι στο βουνό, μάνα και θυγατέρα δυο, τους πάνε τον δεμένονε μα δεν τον βλέπουν ξένονε…

Σαν τσουβάλι ο δεμένος στην άκρη. Τα κοπέλια τρώνε και πίνουνε τον αγκλέωρα, στανικώς φιλοξενία από τις γυναίκες. Τους την εκάνει κούκου απ’ το κρασί κι από το φαγοπότι, και επειγόντως θέλουνε χαβέλο, έρωτα, από την πεντάμορφη τσιουπίτσα, που φρόντισε να βεβαιωθεί ότι ο δεμένος είναι «ο έτσι» που λέγαμε και δεν το πιστεύανε τα μάτια μας.

Της κάνει ο δεμένος νόημα, να μην τσιγκουνευτεί το κρασάκι στα κοπέλια. Αβέρτα, κι απ’ το καλύτερο. Απ’ το παλιό. Όλα κερασμένα από πάρτη του δηλαδή. Τους βάρεσε στο κούτελο το ξιδόκρασο της γριάς. Αγριέψανε τα κρητικά ήθη και έθιμα. Η τσιουπίτσα θέλει και δε θέλει τάχαμου – τάχαμου. Από δω και πέρα ζητώ επίσης συγγνώμη για τη σκληρή αθυροστομία του κειμένου. Ξεθηκαρώσανε τα συμπράγκαλά τους οι γαμιολάτσιηδες, την κοπελιά πάνε να μουσκουρώσουν με το ζόρι, κάνει μια η κοπελιά και κόβει τα δεσμά τού μέγιστου Αριστομένη μ’ ένα μαχαίρι, που με τέχνη τής επάσαρεν ο μάγκας ο αρχιστράτηγος.  

Με τις γυναίκες συντροφιά, σκαπέτησαν στην Είρα, όπου την κόρη (θεοκόμματο, που κάνει νιους να σφάζουνται και γέρους κι αραχνιάζουνται) γυναίκα του Γόργου (όχι του Γιώργου, προσοχή) του παιδιού του τη στεφάνωσε. Ακόμα περιμένουνε οι Αμερικάνοι στη Σπάρτη δεμένον τον Αριστομένη, με παράτες και ταρατατζούμ και τις επιταγές στο χέρι για τα ρουφιανιλίκια τέλη των Κρητίκαρων.

Δαγκώσανε τα πουλιά τους που λένε. Άχνα δεν βγάζανε. Η τηλεόραση όλο κλασική μουσική έπαιζε και ποδόσφαιρο έδειχνε. Δεν ξέρω αν απαγορέψανε τη μουσική του Θεοδωράκη από τη λύσσα τους για τους λεβεντοτέτοιους Κρητικούς». Κλείνουν τα εισαγωγικά.

Τα υπόλοιπα ας τα απολαύσει μόνος του ο αναγνώστης.

Μόνο, τελειώνοντας, να προσθέσω μία ευχή σε αυτό που γράφει στις «περιγραφικές εκφράσεις»:

Η φράση είναι: «γύραν τ’ απόσκια του βίου σου, και σχολιάζει ο ίδιος: κοντεύεις να υποβάλεις τα χαρτιά σου για συνταξιοδότηση, γιατί ο ήλιος του βίου σου γέρνει προς τη δύση του και ο ίσκιος των βουνών μεγαλώνει. Στο βάθος φαίνεται ο Μαύρος Καβαλλάρης».

Όχι αγαπητέ, έχεις πολλά ακόμη να δώσεις, με τη βοήθεια του Θεού και τα περιμένουμε, για να ξεφύγουμε από την αφασία στην οποία έχουμε πέσει. Επιτρέψτε μου να υπενθυμίσω ότι αφασία θα πει το χάσιμο της ικανότητας να μιλάει κανείς. Και σήμερα κυριαρχεί ο κίβδηλος, ανειλικρινής λόγος. Ο λόγος όμως του βιβλίου που αρουσιάστηκε είναι ειλικρινής, έστω και αν διαφωνεί κανείς με τον τρόπο εκφοράς της όποιας αλήθειας του.

 


Μαρία Μαντουβάλου,

Καθηγήτρια Νεοελληνικής Λογοτεχνίας

29 Ιανουαρίου 2016

Παρουσίαση του βιβλίου

***

 

Συμμεριζόμαστε την αγάπη σου για την Αρκαδία, Μπάμπη.

 

Μετά τον Πάϊκο, ήταν η σειρά του Μπάμπη να αποδείξει για δεύτερη φορά την συγγραφική δεινότητά του.

Το έργο του, τριγυρίζει στα πρώτα βιώματα των παιδικών μετεώρων.

Παιδιά ανυπόδητα δεν τρέχουν, πετούν στα καλντερίμια της ελευθερίας, χωρίς τον ελάχιστο φόβο για το μέλλον τους.

Απόκρημνες αλλά αγαπημένες πατρίδες, λιπόσαρκα χώματα, μικροί πράσινοι κήποι, αγιασμένοι από τον μόχθο καρποί.

Μαζί με τον πανταχού παρόντα απόηχο, ενός ενδόξου παρελθόντος.

Κάτι γιγαντιαίοι γονείς σαν βυζαντινές αγιογραφίες.

Μανάδες με την στοργή της πλατυτέρας και πατεράδες στοχαστικοί σαν ευαγγελιστές, καρτερικοί σαν τον φυλακισμένο Κολοκοτρώνη, ακάματοι σαν τον Σίσυφο.

Και η ιερή γλώσσα μας.

Χτίζει τα γεφύρια της αδιαπραγμάτευτης συνέχειας των ανθρώπων και του πολιτισμού τους, στον τόπο τους.

Αυτός ο τόπος ζητάει τώρα μια δεύτερη, καλλίτερη ευκαιρία, να ξανακαρπίσει αγαθά κι ανθρώπους.

Συμμεριζόμαστε την αγάπη και τον σεβασμό σου για την Αρκαδία Μπάμπη.

Γιάννης Καρχάλιος, Δικηγόρος Αθηνών, 29 Ιανουαρίου 2017

Παρουσίαση του βιβλίου

 

 

***

Ένα αποθησαύρισμα της Αρκαδικής Πατρίδας

 

«Η δική μου Αρκαδία». Ένα αποθησαύρισα της Αρκαδικής πατρίδας και του αφάνταστου, αλλά αληθινού πλούτου της, φυσικού, φιλολογικού, λογοτεχνικού, μουσικού, θρησκευτικού, αστρικού, ιατρικού, παράδοσης, γλώσσης, αγώνων… συμπυκνωμένου σε ένα τόμο 525 σελίδων από τον Βυζικιώτη δημιουργό του, Μπάμπη Αναστόπουλο, έρχεται – παίζων ή σπουδάζων – να συμπληρώσει και να ανατρέψει την απάντηση του Μαντείου των Δελφών στους Σπαρτιάτες, όταν ρώτησαν τι έπρεπε να κάνουν για να πάρουν την Αρκαδία.

Τότε η απάντηση ήταν:

«Αρκαδία μ’ αιτείς μέγα τι μ’ αιτείς! Ου σοι δώσω». Είπαν οι Ιέρειες.

Τώρα μετά χιλιετίες, ακούγεται νέα απάντηση προς όλους!!

«ΣΟΙ ΔΩΣΩ ΤΗΝ ΔΙΚΗ ΜΟΥ ΑΡΚΑΔΙΑ!!».

Με απροσμέτρητο μόχθο αναζήτησης και ανεύρεσης στοιχείων και πληροφοριών, σε κείμενα σπάνιων δυσεύρετων βιβλίων, εφημερίδων, εγγράφων και ιστορικών γραπτών, σε αρχεία, μουσεία και βιβλιοθήκες κρατικές, δημόσιες, ιδιωτικές και ατομικές, προσωπικές, μοναστηριακές και ιδρυματικές καθώς και αξιοποίηση μεγάλης βιβλιογραφίας συγγραμμάτων Ελλήνων και ξένων και καταγραφής επί τόπου, ευκαιριακά, σε συγκεντρώσεις από πρόσωπα διαφόρων περιοχών και ηλικιών – όπως ο Αριστοτέλης κατέγραφε επί τόπου λέξεις και φράσεις που άκουγε πηγαίνοντας από ψαρά σε ψαρά, από αγρότη σε αγρότη, από ζευγά σε ζευγά, από συμπατριώτη σε συμπατριώτη στην αρχαιότητα, ο ακούραστος Γορτύνιος Μπάμπης Αναστόπουλος συγκρότησε «τουβλάκι» – «τουβλάκι» το πρωτόφαντο «λέγκο» της δικής του διαχρονικής, από την απώτατη προϊστορία και διηπειρωτικής Αρκαδίας του, της δικής του Αρκαδίας και το αποτύπωσε σε ένα διαμπερές υπερηχογράφημα απόλυτης τελειότητος και πιστότητας, το οποίο μας διαθέτει.

Σήμερα παρουσιάζουμε αυτό το υπέρλαμπρο πόνημα που υψώνεται πλέον, φωτεινό στέμμα, πάνω από την υπερβατική ιδέα Αρκαδία, αλλά τιμούμε και έναν νέο εργάτη του πνεύματος, λόγιο Αρκάδα, τον νομικό Μπάμπη Αναστόπουλο, που μακραίνει τη χρυσή αλυσίδα σπουδαίων Αρκάδων, Βυζικιωτών και Γορτύνιων, ιδιαίτερα, διανοητών και αποκαλύπτει ότι αυτή θα πάρει σίγουρα και άλλους κρίκους στο απώτερο μέλλον!!

Το λογοτεχνικό καμβά πάνω στον οποίο απλώνεται το κέντημα του βιβλίου του, ασφαλώς έχουν επισημάνει πολλοί αναγνώστες του έργου. Χαρακτηριστικά θα σας ανέφερα μια εικόνα ερημιάς από την σ. 399, όπου λέει λοιπόν!!

«ψυχή ζώσα τριγύρω». Αυτό θα ήταν αρκετό! Αλλά προσθέτει:

«ψυχή ζώσα τριγύρω. Ούτε σκυλί να βαβίσει. Ούτε πρόβατο να βελάξει, ούτε τροκάνι ή κουδούνι ν’ ακουστεί! Ανατριχίλα…».

Πειστήκατε ή δεν πειστήκατε;;

Γενικά ζωντανεύει κείμενα νεκρά και ανέγγιχτα ακόμα και από φιλολόγους, κατά τρόπο απλό, ευήκοο, τερπνό, με μια λέξη γλαφυρό, που αποπνέει αγάπη για το θέμα του.

Ένα κείμενο μελίρρυτος ποταμός, πνιγμένος στο χιούμορ και την απίστευτης επιδεξιότητας επικαιροποίηση σχεδόν των πάντων!

Ακόμα και λέξεων και φράσεων του ενσωματωμένου στο βιβλίο λεξικού του:

Βάρεσε τα ζα: χτύπα τα ζώα – υποζύγια – για να επιταχύνουμε. Και συμπληρώνει: «μάρσαρε το γκάζι δηλαδή».

 

Η μία καλαμοβύζα τσιαί

Η άλλη σακουλομάσταρη.

Η πρώτη με βυζί μακρουλό

Και η άλλη με βυζί σακουλοειδές, στρογγυλό.

 

Και προσθέτει:

Για γιδοπροβατίνες μιλάμε έτσι,

 

Ίσια υφάδι, ίσια στημόνι:

Η μία ή άλλη» και προσθέτει: Σημειώσατε Χ!.

 

Κάνω ζάπι: ΠΡΟΣΟΧΗ: δεν κάνω ζάπινγκ.

Κάνω ζάπι: εξουδετερώνω. Καταβάλλω κάποιον.

Τα΄βανε στ΄αλάτι τα χαρτιά του Τούρκου:

Τ΄άφησε να περιμένουν!!

 

Γενικά έχει μια γραφή ομιλητική, παραστατική, ζωντανή, που ενώ τη διαβάζεις την ακούς στ΄αυτιά σου!! οιονεί παρών!!

Παράδειγμα μια αποστροφή του οικολογική!

«Αλήθεια αδέρφια

Πάμε μια βόλτα στα βουνά μας, να σας μάθω εκείνα που μου μάθανε παιδί, να εξασφαλίσουμε τροφή, γιατάκι για να ξενυχτήσουμε άνετα και ασφαλείς και σαν ξημερώσει να δοκιμάσετε εσείς να διαλέξετε, ό,τι η μάνα γη μας κερνάει αφειδώλευτα αιώνες τώρα:

Τις καυκαλίδες και τα σκαντζίκια – ο αρχαίος σκάντιξ – τις μαγγουνίδες, που βγάζουνε τις παπαρούνες, τα αγριόπρασα, τις γαλατσίθρες, τα 20 και πλέον είδην ραδίκια, τους θεραπευτικούς ξωχούς, την άγρια κράμβη των «ταπεινών αιπόλων» του Παπαδιαμάντη.

Και προσέξτε τι προσθέτει!:

«πολλά θα τα γευτούμε ωμά, αφού ΄ναι πεντακάθαρα και «πεντέγλυκα», από την αγιασμένη πείνα που θα μας έχει ζώσει, έτσι περπατώντας»(!).

Εγώ πρέπει να απευθύνω συγχαρητήρια στον Δήμο Αθηναίων και τον Οργανισμό Πολιτισμού Αθλητισμού και Νεολαίας, στην Εταιρεία Αρκαδικών Γραμμάτων και Τεχνών, στην Παναρκαδική Ομοσπονδία Ελλάδας, στη Σχολή Κινηματογράφου – Τηλεόρασης Λυκούργου ΣΤΑΥΡΑΚΟΥ γιατί συνέπραξαν στην παρουσίαση του σπουδαίου αυτού τόμου και τις εκδόσεις CAPTAIN BOOK, με το θαυμάσιο συμβολικό έμβλημά τους με το ευρηματικό καραβάκι και το πανάκι του, σαν βιβλίο, για την επιμελημένη έκδοση του μνημειώδους έργου για την πατρίδα μας, του επίμονου και επίπονου αλλά οπωσδήποτε ακάματου, χαρισματικού συγγραφέα, του σπουδαίου συμπατριώτη μας Μπάμπη Αναστόπουλου για «τη δική του Αρκαδία» που μας χάρισε.

 

Κώστας Κουμπέτσος-Αναγνωστόπουλος, Κλασσικός Φιλόλογος – Δημοσιογράφος

29 Ιανουαρίου 2017

Παρουσίαση του βιβλίου  

 

 

***

 

ΡΕΗ ΜΠΑΜΠΗ…

Ρέη Μπάμπη Είσαι μεγάλο ζερζέκι! Δεν πιάνεσαι με τίποτα . Ρίχνεις τις μπηχτές σου από δω και από κει και ξεγλιστράς σαν το χέλι , παρότι δεν είχες και πολλές σχέσεις με χελιότοπους. Εσύ ήξερες και ξέρεις καλά τις κατσίκες ,τα πρόβατα , τα γαϊδούρια , τα μουλάρια, τα φίδια, τις σκουληκαντέρες, τα μπουρμπούλια, τις γουϊστέρες και τα διάφορα τσιροπούλια, αλλιώς θεόπουλα.

Ξέρεις καλά όμως και τους ανθρώπους του τόπου σου με τα χούγια τους. Και όταν σου τη…δίνουν και τους βαριέσαι , στα παραπάνω …ζωντανά της γης στέλνεις τη σκέψη σου, και προ πάντων στην Αμάλθειά σου , τη Ντρένια σου , που σε κράτησε στη ζωή όταν η μακαρίτισσα η μάνα σου , η Χρυσούλα, στέρεψε από γάλα και δεν είχε ούτε σταγόνα για να λατανίσεις , στις πρώτες μάλιστα ώρες της ζωής σου. Οπωσδήποτε θα διατηρείς αμυδρή την εικόνα της Ντρένιας και έστω και ετεροχρονισμένα θα της στέλνεις κάπου κάπου και κανένα «ευχαριστώ».

 

Ρέη Μπάμπη.

Δεν περίμενα ποτέ ότι τρία γράμματα (ρ,ε,η)  μια παλιά προσφώνηση, θα ανακαλούσε στη μνήμη μου  και στην ψυχή μου τόσες αναπολήσεις και τόσα συναισθήματα. Για να χρησιμοποιείς αυτή την προσφώνηση φαίνεται, ότι και συ θα είσαι παθιασμένος σαν κάτι άλλους με τον τόπο μας. Αλαφροϊσκιωτους που λένε. Αλλά τι λέω. Αν δεν ήσουν τόσο παθιασμένος  θα ασχολιόσουν τόσο πολύ με την ξεχωριστή ερωμένη σου , την Αρκαδία σου, και με τα προσόντα της;

Σε αυτή την Αρκαδία  και στους ανθρώπους της , αρχαίους- νεότερους και σύγχρονους – μας παραπέμπεις συχνά στο βιβλίο σου. Ξεχωρίζεις τους άξιους και αντιπαρέρχεσαι τους ανάξιους. Αναγνωρίζεις Πολύβιους, Φιλοποίμενους, Κολοκοτρώνηδες, ξωμάχους της γης, υπηρέτες της πέτρας κ.ά. και σαρκάζεις λαμόγια κάθε καιρού και απόχρωσης.

Ρέη Μπάμπη. Ειλκρινά  σε συγχαίρω και σε θαυμάζω για την αυθαεντικότητα, τη γνησιότητα της γραφής σου. Μιλάς και γράφεις την ντοπιολαλιά μας όπως την άκουσες και τη μίλησες από τα μικρά σου χρόνια.

Όποιος έχει αμφιβολία γι΄αυτό ας κάνει έναν μικρό περίπατο στο βιβλίο σου και θα το διαπιστώσει. Μάλιστα στις σελίδες  409-453 (ΠΕΡΙ ΓΛΩΣΣΑ ΑΠΕΙΚΑΣΜΑΤΑ- Ο ΠΗΛΑΛΟΓΙΑΝΝΟΣ) θα βεβαιωθεί για το γνήσιο της γραφής και της υπογραφής σου και θα πιλαλάει πέρα –δώθε σαν «αλαφιασμένο» κατσίκι. Σε όλο το περιεχόμενο του βιβλίου σου είσαι ωραίος, αλλά σ΄αυτό το κομμάτι είσαι ξεχωριστός, ασυναγώνιστος. Μπράβο σου.

Ρέη Μπάμπη,

Καθώς διάβαζα  το ωραίο βιβλίο σου γραμμένο σε γραμματοσειρές της ντοπιολαλιάς μας και με τους αυτοσαρκασμούς σου, έστελνα τις σκέψεις μου σ΄εκείνα  τα μαύρα χρόνια της Κατοχής (΄41-44) και στα άλλα (1944-1050) . Και η δεκαετία του ΄50 δεν ήταν ευφρόσυνη και ιδανική.

Εσύ γεννήθηκες το 1944.Εγώ είμαι…. αρχαιότερός σου .Γεννήθηκα το 1935. Και έχω πολλές  ίσως μαρτυρικές και ματωμένες καταθέσεις να σου εξομολογηθώ. Όμως ποιος τηράει σήμερα τέτοια πράγματα; Ίσως ,μόνο κάποιοι συνομήλικοι αδερφοποιητοί (βλάμηδες)  που είχαν κάνει τον όρκο του αδερφοποιητού μέσω αίματος των ποδιών που ερχόταν σε επαφή με το χώμα που  πατούσαμε.

Ήταν τότε που από την καθεστηκυϊα ξυπολυσιά μάτωναν τα πόδια μας από παντός είδους αγκάθια και από τις …υπερήφανες τις … ψηλομίτες και αιχμηρές πετροσφήνες που χαίρονταν να συχνοφιλιούνται με τις ματωμένες πατούσες  και τους αστραγάλους των ξυπόλυτων ποδιών μας. Αυτές οι πετροσφήνες και τα αγκάθια ήσαν οι … σύριγγες- μάρτυρες της .. μετάγγισης του αίματος στη γη που επισφράγιζαν τον όρκο του αδερφοποιητού.

Ρέη Μπάμπη.

Επειδή είσαι «κόκαλο από τα κόκαλα και ψαχνό από τα ψαχνά» ταλαιπωρημένων ξωμάχων της περιοχής μας τα γράφεις τόσο ωραία στο εξαιρετικό βιβλίο σου που ειδικοί επιστήμονες θ΄αποφαίνονταν πως η εργασία σου  θυμίζει κάτι σαν ψυχογράφημα και κοινωνιογράφημα  των ανθρώπων στους οποίους αναφέρεσαι.

Ρεη, ανεχρόνιαγε Μπάμπη.

Όταν διάβαζα τις παραγράφους για τη «Ντρένια» και για «τα χώματά μας που αντιπροσωπεύυν  την  κοιλιά της μάνας μας, στην οποία ξαναμπαίνουμε, ύστερα από άσκοπες περιπλανήσεις του βίου μας» σκέφτηκα πόσο συναισθηματικός άνθρωπος είσαι. Είσαι αισθηματίας , λυπησιάρης και αγαπησιάρης. Ίσως και παραπονιάρης.

Ρέη, Μπάμπη.

Πού το ξετρύπωσες εκείνο το περήφανο και ευαίσθητο παλληκαράκι ,το 10χρονο Γιωργάκη από την Ποδογορά και μού΄σκισες τα φυλλοκάρδια;

Ένα μικρό και καταφρονεμένο ξωμαχόπουλο είχε μέσα του τόση αξιοπρέπεια και αρχοντιά. Τόση ευαισθησία και αγάπη για τον αδερφούλη του . Μια συνηθισμένη λαδιά  από λάδι, μας συντάραξε και μας  έκανε να δακρύσουμε.

Ενώ οι «λαδιές»  (λαμογιές) των … πτυχιούχων λωποδυτών και υψηλόβαθμων  και υψηλόθωκων  απατεώνων, παντός καιρού και γένους, μετά των  τσιρακιών τους, παρότι μας εξοργίζουν και ανεβάζουν … τα γράδα της πίεσής μας, τους αντιμετωπίζουμε χαλαρά , αδιάφορα, «δειλά και άβουλα». Το ίδιο και τα καλά παιδιά που κατεβάζουν τους ανύποπτούς επιβάτες από τα τρόλεϋ και τα λεωφορεία και τα κάνουν μπουρλότα!

Ωραίος κόσμος! Αγγελικά  πλασμένος! Με τις υγείες μας!

Κλείνοντας τα σχόλιά μου για το γοητευτικό βιβλίο σου , μαζύ με τα θερμά μου συγχαρητήρια , θέλω να σε ευχαριστήσω από μέσης καρδίας και για την αναφορά σου στο χωριό μου και στην ταπεινότητά μου.

Να είσαι καλά να γράφεις και να μας συγκινείς , ρέη Μπάμπη.

Με αγάπη και εκτίμηση

Γιάννης Νικολακόπουλος

 

(Ο κ. Γιάννης Νικολακόπουλος είναι ο ΑΓΝΩΣΤΟΣ «Δάσκαλος από τα Ζουλάτικα» που τη δεκαετία του 1960 στο Διδασκαλείο Μετεκπαίδευσης είχε υποβάλλει την εργασία του για τα τοπωνύμια του χωριού του, που δημοσιεύτηκε στα «Γορτυνιακά» της Βιβλιοθήκης Δημητσάνας. Πάνω σ΄αυτή την εργασία επιχειρηματολόγησε ο συγγραφέας της ΔΙΚΗΣ ΜΟΥ ΑΡΚΑΔΙΑΣ για την Αρβανίτικη παρουσία στη Γορτυνία ήδη από τον 14ο αιώνα . Τύχη αγαθή, συναντηθήκανε τώρα με την έκδοση του βιβλίου αυτού και αποδίδουν έκαστος την προσήκουσα αμοιβαία τιμή για τη δουλειά τους…)

 

 ***

Συγγραφέως Απολογία

 

Αγαπημένοι Φίλοι Καλημέρα Σας !

 

Καλημέρα σας,  γιατί αρκετές καληνύχτες ανταλλάσσουμε τώρα τελευταία…

Δυό λόγια απολογίας, για τη γλώσσα της επικοινωνίας μας, νομίζω είναι απαραίτητα:

Η ψυχή μας διψάει  για ελπίδα, απαραίτητο στοιχείο επιβίωσης.

Αναπολώντας το παρελθόν με υπερηφάνεια, δεν κάνουμε τίποτα άλλο από το να σγαρλάμε τα πανάρχαια χώματα του Τόπου μας για λίγη ελπίδα… Μια ψίχα, ίσα να στυλωθούμε…

 Γιατί αν διαγράψουμε το παρελθόν, δεν έχουμε δικαίωμα στο μέλλον.

Την πορεία του μέλλοντος θα την χαράξει η γνώση και η επίγνωση του παρελθόντος μας…

Βέβαια, είναι ιστορικά διαπιστωμένο πως ελάχιστα μαθήματα λάβαμε από το παρελθόν, ώστε να ελπίζουμε σε  ένα αποδεκτό μέλλον.

Θέλοντας να κρύψω την απελπισία μου για την πορεία της αγαπημένης μας πατρίδας, δανείστηκα κάπου κάπου ύφος, λίγο από τον Αριστοφανικό Τσιφόρο και θέλησα να σας κάνω κοινωνούς και συνοδοιπόρους, στο Αρκαδικό σεργιάνι, στους πολλούς πολλούς αιώνες της Αρκαδικής Ιστορίας και της Αγια-Παράδοσης, φτάνοντας μέχρι το ρημαγμένο μας σήμερα….

Όχι βέβαια για τίποτα δάφνες ιστορικού συγγραφέα – δε φτουράω – αλλά ίσα που να γλυκαθεί λιγουλάκι η ψυχούλα μας η βαρυγομισμένη, με τις παραπεταμένες  και άγνωστες ιστορικές αλήθειες…

Αλλά για την περίπτωση …

Λένε οι ειδικοί πως, «Μια τυπική κωμωδία του Αριστοφάνη μπορεί εύκολα να εναλλάσσει την πιο χυδαία αισχρολογία με την πιο ραφιναρισμένη ποιητική έκφραση· μπορεί να μιμείται το ύφος της τραγωδίας (με διάφορους τρόπους και επιδιώκοντας να παράγει διάφορα εφέ) ή να αναπαράγει κωμικά τον δημόσιο πολιτικό λόγο· μπορεί να αποδίδει ρεαλιστικά τη γλώσσα του μέσου ανθρώπου (τη γλώσσα “του παζαριού”) ή να παρουσιάζει ταπεινούς τύπους να μιλούν σαν τους μεγάλους ήρωες του μύθου – και όλα αυτά ενίοτε στο στόμα ενός και μόνου χαρακτήρα ή και στο πλαίσιο μιας και μόνης ρήσης … 

Η κωμωδία μπορεί ακόμη να κυμαίνεται ανάμεσα στις πιο ταπεινές και τετριμμένες αναφορές (τα πιο γελοία) από τη μια και τα πιο σπουδαία και σοβαρά (τα πιο σπουδαία) ζητήματα από την άλλη. Μπορεί να περιστρέφεται, π.χ., γύρω από τις πιο βασικές ανάγκες της σάρκας (το φαΐ, τη γενετήσια λειτουργία, τη διασκέδαση) και τις πιο ακαλαίσθητες λειτουργίες του σώματος (π.χ. την ούρηση και την αφόδευση), ενώ την ίδια στιγμή «διδάσκει την πόλη» για όσα μπορούν να εξασφαλίσουν την πολιτική, πνευματική και ηθική της σωτηρία.

Ο αδιάκοπος αυτός συνδυασμός του ταπεινού και του υψηλού, του αστείου και του σοβαρού, του εφήμερου και του διαχρονικού – γνωστός με τον όρο σπουδαιογέλοιον, ένα ευτυχές οξύμωρο – συνιστά την πεμπτουσία του είδους αυτού».

Αυτά, βεβαίως, δεν αφορούν εμένα, αλλά τον τραγικά επαληθευμένο κωμωδιογράφο παππού μας τον Αριστοφάνη.

Σε καμιά γλώσσα του κόσμου δεν υπάρχει ο τραγέλαφος, ο κλαυσίγελος και η χαρμολύπη, οι τόσο αντιφατικές σε έννοιες και αισθήματα λέξεις.

Που, τελικά, «στρογγυλεύουν» λογικά και  αρμονικά, παράγοντας το επιδιωκόμενο νοητικό αποτέλεσμα, θεραπεύοντας την σαστισμένη ψυχή μας και παράγοντας – στη σωστή πάντα αναλογία εκφραζόμενες – δημιουργικούς καρπούς…

Και για να μην λησμονάμε τις Χριστιανικές μας ρίζες, ας θυμηθούμε τον Απόστολο Παύλο, που τελικά μας αθωώνει και μας προστατεύει από τα γιούχα των ξαφνιασμένων αναγνωστών μας…

 «Οίδα και πέπεισμαι εν Κυρίω Ιησού ότι ουδέν κοινόν δι’ αυτού` ει μη τω λογιζομένω τι κοινόν είναι, εκείνω κοινόν».

 (Γνωρίζω και έχω πεισθεί στο όνομα του Ιησού Χριστού, ότι δεν υπάρχει τίποτα το πρόστυχο αφ’ εαυτού. Πρόστυχο είναι μόνον αυτό που κάποιος θεωρεί ότι είναι πρόστυχο.) Προς Ρωμαίους 14.14

 Αφού, λοιπόν, τακτοποιήσαμε κάπως τις φοβίες μου αυτές, σας εξομολογούμαι πως πρωταρχική έννοια μου είναι, να κοινωνήσω μαζύ σας τη χαρά και την ελπίδα που αναδίδουν οι ιστορικές αυτές διαπιστώσεις και αναφορές.

Σε μια μακρόσυρτη και ατέρμονη διήγηση καφενείου, που δεν απομακρύνεται όμως μπίτι από την ιστορική αλήθεια, με σοβινιστικές εμμονές και πατριδολαγνείες  που χαϊδεύουν αυτιά.

Ούτε όμως, στο τέλος τέλος, να μας βαλαντώνει το ασύλληπτο Χθές σε σύγκριση με το απίστευτα πληγωτικό σήμερα.

Θέλησα αδέρφια – και αδελφές…- να σιουρίξω αφυπνιστικά και εγκαρδιωτικά, προκειμένου να στυλώσουμε αλλήλους και να αλλάξουμε βηματισμό… Να ξυπνήσω και γω μαζύ σας και να σταθούμε επί τέλους στα πόδια μας, θηλάζοντας από τους μαστούς της Άγιας μας Παράδοσης…

Αν, τελικά, δώσω την εντύπωση ιεροκήρυκα, εξομολογούμαι πως δεν ήταν στις προθέσεις μου. Ίσως τα φωνάζω δυνατά για να τα ακούσω εγώ πρώτος…

Γιατί,

Είμαστε – λέει «το καφενείο», με τη διαχρονική σοφία του –  σαν μακαρόνια πέντε νούμερο με μεγάλη τρούπα στη μέση, που ανεπαίσθητα σιγά σιγά μας φυτέψανε οι εκλεγμένοι από μας επίορκοι και σχιζοφρενείς ηγέτες μας, στο χωράφι για να ….καρπίσουμε…

Καταντήσαμε και μας καταντήσανε, δηλαδή, αυτοί που τους εμπιστευτήκαμε, κόψε από δω, κόψε από κει, λίγο λίγο κάθε μέρα,   σαν το κόλπο του Μιθριδάτη.

 Χωρίς κεφάλι να σκεφτόμαστε, χωρίς μάτια και αυτιά ν’ ακούμε και να βλέπουμε, χωρίς χέρια ν’ αρπάξουμε το καρυοφύλλι μας για βαρέσουμε το Κτήνος και χωρίς πόδια για να  αλλάξουμε πορεία,  και κούφιοι και κουφοί και στραβοί  και απαθείς και ασπόνδυλοι  και….

Ασυλλόγιστα πήγαμε για ύπνο, αφήνοντας τη ραστώνη να μας κανοναρχεί τη ζωή και ρίχνοντας τις ευθύνες στους άλλους που πάντα εκείνοι φταίνε… Εμείς – τα μακαρόνια πέντε νούμερο – είμαστε πάντα θύματα, χωρίς κανένα καταλογισμό και ευθύνη… Τρομάρα μας…

Με τον πρώτο ψεκασμό, αδέρφια, θα σωριαστούμε κατά γης και θα γίνει ολοφάνερο πως δεν έχουμε μπίτι σπονδυλική στήλη.

Μοιάζουμε έρποντα σιχαντερά σκουλήκια, χωρίς ιδιοπροσωπία, αηδιαστικός χυλός, πανομοιότητα προϊόντα των εργαστηρίων της Νέας Εποχής τους… 

Θα το επιτρέψουμε;

Και πώς θ’ αντισταθούμε;

Δυστυχώς οι συνταγές μου τελείωσαν. Δεν έχω να προτείνω εγγυημένες λύσεις…

Σίγουρα, όμως, πρέπει ν’ αρχίσουμε από την αυτοκριτική και την γενναία ανάληψη της ευθύνης που μας ανήκει:

Φταίμε πρώτα εμείς και ύστερα οι άλλοι !

Οι «άλλοι» πάντα τη δουλειά τους κάνανε αιώνες τώρα.

Αλλά, «τίποτας δεν κατάφεραν, γιατί η Γής δεν έχει κρικέλια να την πάρουνε στην πλάτη τους και να φύγουνε».

Δική μας είναι ετούτη η Πατρίδα…

Και του Σίσυφου…

Γι’ αυτό αλλάξανε τακτική και χτυπάνε την Ιστορία και την αγιασμένη μας Γλώσσα, στοχεύοντας να μας κλέψουν την ψυχή μας,  καταντώντας μας σχέτους πεπτικούς σωλήνες…

Χωρίς κεφάλι να σκέφτεται και να μιλά,  αντί να βρίζει γρυλίζοντας. Βυθισμένους στα βρομόνερα της παντοδύναμης τηλεοπτικής κυριαρχίας, που ανεπαισθήτως της επιτρέψαμε να καθορίζει τις ζωές μας…

Εμείς δεν έχουμε παρά να  τηράμε πίσω, για να εγκαρδιωνόμαστε διδακτικά και να χαράζουμε το δρόμο που μας αρμόζει.

«Έκαστος εφ’ ώ ετάχθη».

«Ο Στρατιώτης τ’ όπλο του κι ο Δικαστής το Νόμο…»

«Όπου κι αν σας βρίσκει το κακό, αδελφοί, όπου και να θολώνει ο νους σας, μνημονεύετε Διονύσιο Σολωμό και μνημονεύεται Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη…»

 

 

 

 

Με αυτό το κείμενό του,

που διάβασε από βήματος ο συγγραφέας,

έκλεισε η παρουσίαση του βιβλίου

«Η δική μου Αρκαδία»

Πνευματικό Κέντρο Δήμου Αθηναίων    

29 Ιανουαρίου 2017  

 

 ***

ΑΝΕΚΔΟΤΑ …

(αλλά όχι για γέλια…)

 

1-  Η ΕΛΗΑ ΤΟΥ ΤΡΙΑ…

Νοσταλγικόν ανάγνωσμα Αρκαδικού υποβάθρου , μετά τινος (ίσως ελαχίστης…) φαντασίας.  Εις άκρον ελκυστικόν…

Εμπεριέχει και κατατοπιστικόν γλωσσάριον  ντοπιολαλιάς.

2- ΣΤΟ ΣΤΟΜΑ ΤΟΥ ΛΙΓΚΟΥ

(ΛΗΣΤΕΣ ΧΩΡΙΣ ΓΡΑΒΑΤΑ…)

Από τον δύστυχο Βερβιτσιώτη Καραβίδα ,τον Λίγκο το Λεβέντη και  το Μικροπαντρεμένο, έως την οικογένεια Ρότσιλδ…  Διαβάζεται μονορρούφι…

3-Η ΛΕΞΗ : ΤΟ ΣΠΑΘΙ ΤΗΣ ΓΛΩΣΣΑΣ…

Ευχάριστη, άκρως τεκμηριωμένη, ερασιτεχνική υποβρύχια περιήγηση στον Ωκεανό της Ελληνικής Γλώσσης… Τερπνόν και εθνικώς εγκαρδιωτικόν ανάγνωσμα …

ΥΠΟ … ΑΠΑΠΕΡΑΤΩΣΙΝ…

ΟΤΑΝ Ο ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗΣ ΣΥΝΑΝΤΑ ΤΗ ΧΑΪΔΩ…

Ακροβατικόν  Ιστορικογλωσσικόν  πείραμα προθύστερης πλοκής…

Άλλες Δημοσιεύσεις