Όταν ο Μέλιος του Λουντέμη συναντά τον Γεροστάθη του Λέοντα Μελά, του Πάνου Μαρκάκη

odevevou_cover«Έλα τώρα να πάμε μια βόλτα στο χρόνο και στον τόπο που με βασανίζει επίμονα, για να θεραπευτούμε κι εσύ κι εγώ. Εσύ από τα ερωτηματικά σου για μένα κι εγώ από εκείνα που κουβαλάω και με συντροφεύουνε βασανιστικά νύχτα μέρα. Να βγάλω από μέσα μου την ευλογημένη σκουριά που με κατατρώει νοσταλγικά τόσες δεκαετίες τώρα. Να ξεσαβουρώσω…Να μην το πούμε αυτοβιογραφία, να μην το πούμε συναξάρι, να μην το πούμε απομνημονεύματα. Είναι κουρασμένες λέξεις κι ειπωμένες από άλλους, που δεν τους μοιάζουμε, που δεν τους φτάνουμε. Από όποια μεριά κι αν μας συγκρίνεις, σου την έχει στημένη η αυτογελοιοποίηση…Θέλω να γνωριστούμε. Θέλω να γνωρίσεις τη γενιά μου. Γεωγραφία ψυχής και γεωγραφία της μικρής μας πατρίδας. Της πικρής μας πατρίδας…Πάμε λοιπόν μαζί, σύντροφε αναγνώστη, παιδί μου, συνοδοιπόρε μου, λαχίδι μου στη διαδρομή που με έταξε ο Μέγας Γεωμέτρης του σύμπαντος, άνθρωπε που με συνάντησες αλλά δε με γνώρισες…» (σελ. 9-11).

Όταν ο Μέλιος του Λουντέμη συναντά τον Γεροστάθη του Λέοντα Μελά και κουβεντιάζουν πάνω από ένα φλυτζάνι αναμνήσεις, γλυκόπικρες και δύσκολες, ανταποδοτικές και αισιόδοξες. Ο συγγραφέας μας χαρίζει απλόχερα τη ζωή του, τις σκέψεις του, τα συναισθήματά του, με έναν τρόπο που μου θύμισε έντονα τη νοοτροπία και τις δυσκολίες των λογοτεχνικών χαρακτήρων που ανέφερα πριν.

Ο συγγραφέας μεγάλωσε στη Γορτυνία τη δύσκολη και μεταβατική περίοδο του 1950. Όταν έρχεται στην Αθήνα για να μάθει γράμματα γράφεται σε νυχτερινό γυμνάσιο του Πειραιά και το πρωί μεροκάματο: οικοδομές, τσιμινιέρες, τζαμάδικα, αναθυμιάσεις και κακουχίες. Καταφέρνει να μάθει γράμαμτα και να μπει ακόμη και στη Νομική οπότε οι σπουδές του συμπίπτουν με τα δύσκολα γεγονότα της Δικτατορίας και την εξέγερση του Πολυτεχνείου. Σήμερα ο κύριος Αναστόπουλος είναι εδώ, παρών μέσα από τις σελδίες της βιογραφίς του, για να ζητήσει συγνώμη από τις μελλοντικές γενιές που δεν τους δίδαξαν οι γονείς τους το μεροκάματο παρά τους πίεσαν για πτυχία και σπουδές και τώρα δεν έχουν δουλειά.

Το κείμενο ρέει ασταμάτητα, γραμμένο με το πολυτονικό σύστημα (που καθόλου δεν ξενίζει και δε δυσκολεύει), είναι πλούσιο σε αναμνήσεις, λεπτομερείς αναπαραστάσεις εποχής, αναπλάσεις ανθρώπων, καταγραφή διευθύνσεων καταστημάτων και εργοστασίων του Πειραιά. Με συγκίνησε και με παρέσυρε. Λατρεύω τα παλιά χρόνια, όλα όσα τότε είχαν αξία κι εμείς σήμερα τα κατεδαφίσαμε ή τα αγνοήσαμε. Ο συγραφέας έχει μια πολύτιμη παρακαταθήκη το μυαλό του: πώς ήταν ο Πειραιάς (κυρίως) τη δεκαετία του 1950 και πόσο πολύ άλλαξε (όχι απαραίτητα προς το καλύτερο, βέβαια). Φυσιογνωμίες, νοοτροπίες, κατοικίες, εργοστάσια, ραφεία, τζαμάδικα, μνημεία και πλατείες, όλα διασώθηκαν χάρη στο κοφτερό μυαλό του συγγραφέα.

Διεισδυτικός, σαρκαστικός και ειρωνικός όπου δει, χαιρετά νοερά τους φίλους και συνοδοιπόρους στον αγώνα της ζωής και βρίζει ολοφάνερα τους ρουφιάνους και τους κάθε λογής «ύπουλους» που του τη φέραν αλλά τους σχωρνάει. Ομολογώ ότι όταν φτάνουμε στα χρόνια των σπουδών στη Νομική με τα γεγονότα του Πολυτεχνείου κλπ. κάπου έχασα τον ειρμό του συγγραφέα και τη δροσιά του και τις νουθεσίες του αλλά αυτό δε με εμπόδισε να τελειώσω το βιβλίο.

«Τώρα θα μου πεις, τι φταις εσύ να σε ζαλίζω με τις ιστορίες και τα πρόσωπα που σαβουρώνουνε την ψυχή μου. Δίκιο έχεις, μα να ξέρεις πως το σαβούρωμα είναι το έρμα του πλεούμενου. Χωρίς σαβούρα δεν πάει βήμα. Βουλιάζει σούμπιτο. Σ’ τα ακουμπάω απλώς. Πέταξέ τα αν δεν τα θέλεις. Από τρυφερότητα σ’ τα λέω εγώ. Να κοινωνήσεις μαζί μου αυτές τις εμπειρίες, αυτά τα πρόσωπα, όπως εγώ τα αντιλήφθηκα. Δεν είναι απαραίτητο να είναι ακριβώς όπως εγώ τα φαντάστηκα, όπως εγώ τα κατέταξα. Πάντως, για να μείνουνε στο σκοτισμένο μου μυαλό τόσα χρόνια, κάτι θα αξίζουνε διαχρονικά. Αλήθειες είναι. Πιπέρι ελάχιστο…Κρύβω κιόλας, γιατί ουύτε ο αναγνώστης μου φταίει, να ακούει τις ανοστίλες μου, ούτε τα πρόσωπα έχω δικαίωμα να τα κάνω μέρος του ασταμάτητου ονειροπολήματός μου» (σελ. 92).

Ο συγγραφέας, χωρίς να κουράζει ή να επαναλαμβάνεται, νουθετεί τον αναγνώστη, δίνει μαθήματα ζωής, εφιστά την προσοχή στις παγίδες της ζωής και μας αποκαλύπτει όλο του το παρελθόν. Όλο; Όχι, το πώς γνώρισε τη γυναίκα του και γιατί την παντρεύτηκε είναι μυστικό δικό του, λέει! Στις τελευταίες σελίδες μάλιστα επεξηγείται και ο τίτλος του βιβλίου: στο Ζευγολατιό της Τρίπολης πριν την έλευση του τρακτέρ, οι ζευγολάτες φωνάζαν στο βόδι που έσερνε το αλέτρι τους «Οδεβεβού», δηλαδή Όδευε, βου! οπότε μεταφορικά «Ανθρωπάκο μου, βοϊδάκι μου, όδευε, καλλιέργησε και ψωμοδότησε την πλάση με τους καρπούς του ιδρώτα σου» (σελ. 391).

Ένα εκπληκτικό ταξίδι στο χτες, μια διαφορετική βιογραφία που διαβάζεται απνευστί.

Χαρακτηριστικά αποσπάσματα:

«Με τους μήνες καρφωμένους στο κεφάλι σου. Ένας ένας με τα σουσούμια και τις εικόνες του. Ο Γενάρης με τα κρουσταλλένια κεραμίδια, ο Φλεβάρης με τα Χοιροσφάγια και τις Μπούλες της Αποκριάς, ο Μάρτης με τη σημαία και το σχολείο στη Βαγγελίστρα, ο Απρίλης με τη Μεγάλη Παρασκευή και τον Επιτάφιο, ο Μάης με το ροδάμι και τα οργιαστικά χρώματα της φύσης, ο Ιούνιος με το λιγοστό ψωμί, ο Ιούλιος με το πανηγύρι τ’ Αγιολιός, το θέρο και το αλώνισμα, ο Αύγουστος με τους καρπούς του, ο Σεπτέμβρης με το τελείωμα κάθε συγκομιδής, ο Οκτώβρης με τον Άγιο Δημήτρη, τη σημαία και το ΟΧΙ μας, ο Νοέμβριος με τη σπορά μετά τ’ Αγιοφιλίππου και ο Δεκέμβρης με τον άγιο Νικόλα μας και τις φτωχογιορτές μας!» (σελ. 28).

«Τα παιδιά μας με τα κρινοδάχτυλα χέρια τους ποτές δεν πιάσανε σφυρί ή άλλο εργαλείο. Δεν τα μάθαμε να πιάσουν. Προλαβαίναμε τις ανάγκες τους πριν δημιουργηθούν. Εμείς τα στείλαμε στολισμένα και πεντακάθαρα στις Λαμαρίνες. Αφανιστήκαμε μονάχοι μας…Μια καμένη ασφάλεια, μια λάμπα του ηλεκτρικού δεν ξέρουν ν’ αλλάξουν. Ένα καρφί στον τοίχο δεν μπορούν να καρφώσουν. Μια βρύση δεν ξέρουν να βιδώσουν. Στην πρώτη δυσκολία καλούνε το 100! Πόσο αγιάζει τον άνθρωπο η χειρωνακτική δουλειά και η δημιουργία της τίμιας και ιδρωμένης προσπάθειας! Τον ψηλώνει και τον ανδρώνει. Η ευθύνη ολόκληρη δικιά μας, μάστορά μου. Της γενιάς μου. Βέβαια, οι παρόντες εξαιρούνται. Ελπίζω» (σελ. 78).

«Το δίφραγκο ήταν σκάνδαλο, το φράγκο ευτυχία και το πενηνταράκι ικανοποίηση. Η κοσάρα κατανόηση και η δεκάρα λύπηση» (σελ. 96).

«Πού δουλέ; Στον Περαί. Πόσα παι; Πέντε και. Τι τα κα; Στις πουτά. Που κοιμά; Σε δωμά. Μοναχός; ‘φτα νομά» (σελ. 159).

«Όλο αυτό το ανακάτωμα της πλάσης, όλα αυτά τα παιδιά που πορευόντουσαν κόντρα στη μοίρα τους να την αλλάξουν, αναδίδανε μια υπόγεια ελπίδα για τις ημέρες που έρχονταν. Η επιθετικότητα ενάντια στις αρνητικές καταστάσεις και το πείσμα και ο θυμός ενάντια στην ολοφάνερη κοινωνική αδικία δείχναν την πρώιμη ωριμότητα εκείνων των παιδιών. Την ωριμότητα που έτσι, ακαθόριστα και αόριστα, κάτι το θετικό υποσχόταν για τις επόμενες φάσεις της ζωής τους. Το αισθανόσουν» (σελ. 159-160).

«Συνεχίζω επί μήνες τη δίαιτα. Το έλκος επιμένει. Τσαντίζομαι και αρχίζω τις σκορδαλιές και τα τζατζίκια και τα κρασιά. Έλκος τέλος. Φοβήθηκε» (σελ. 308).

Πάνος Μαρκάκης, Bookia.gr

Άλλες Δημοσιεύσεις